ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: Ο ΠΙΝΑΚΑΣ

 



Ο ΠΙΝΑΚΑΣ

Κείμενο: ERNESTO CABALLERO

Μετάφραση: ΜΑΡΙΑ ΧΑΤΖΗΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Σκηνοθεσία: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΝΑΔΗΣ

 

ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΝ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΑ ΟΙ:

Άγγελος Ανδριόπουλος, Ιωάννα Παππά, Γιούλη Τσαγκαράκη

 

Αναλύει η Μαρίνα Αποστόλου την παράσταση της Παρασκευής 16 Οκτωβρίου 2026 (στις 9.00 μ.μ.) στο θ. ΨΥΡΡΗ, Σαχτούρη 4 – Ψυρρή

 

 

«Ο κόσμος ολόκληρος είναι σαν ένα μουσείο αντιγράφων»

 

Ισπανία του σήμερα. Οικονομική κατάρρευση. Εκμετάλλευση και εξαπάτηση από τη Γερμανία. Μια Ευρωπαϊκή Ένωση ως ένας γίγαντας με πήλινα πόδια. Επιστροφή στο παλιό νόμισμα της χώρας. Μη διαχειρίσιμο χρέος. Πλούσιοι πολίτες που έχουν διαφύγει στο εξωτερικό, συμφεροντολόγοι που δεν έχουν φορολογική βάση στη χώρα αυτή, φτωχοί φορολογούμενοι που θα σηκώσουν το βάρος. Ένας λαός που αγωνιά για το πώς θα βγει η μέρα, η εβδομάδα και ο μήνας ενώ ταυτόχρονα προσκολλάται στα είδωλα που προάγονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τους γνωστούς “influencers”. Νέο κόμμα στην κυβέρνηση το «ΕΜΠΡΟΣ, ΛΑΕ!» που θα κληθεί να πάρει αποφάσεις, ακόμα και σκληρές, διότι οι εξαιρετικές καταστάσεις… απαιτούν και εξαιρετικά μέτρα για την αντιμετώπισή τους.

Μια καλόγρια, η Άνχελα, που εργάζεται ως αντιγραφέας σπουδαίων έργων τέχνης στο σπουδαιότερο μουσείο της χώρας προσφέροντας τα έσοδα από τις πωλήσεις για τη στήριξη των φτωχών συμπολιτών της, καλείται να αντιγράψει σε όμοιο μέγεθος το πασίγνωστο έργο του καλλιτέχνη Βελάθκεθ «Οι δεσποινίδες των τιμών» (“Las Meninas”). Στη διάθεσή της έχει τρεις μήνες ενώ για τα «ψιλά γράμματα» - τελειοποίηση του αντιγράφου είναι στο πλευρό της η αντίστοιχη ομάδα του μουσείου.

Ενορχηστρώτρια και επιτηρήτρια του σχεδίου αυτού είναι η νέα διευθύντρια του μουσείου, τοποθετημένη από τη νεότευκτη κυβέρνηση της Ισπανίας. Είναι κάθετη σε ό,τι ζητά, απόλυτα ελεγκτική, θέτει στενά όρια στη συνεργασία της με την καλόγρια, επικρίνει, σχεδόν διατάζει, έχει πρόσβαση στα social ορίζοντας τη δημόσια εικόνα της Άνχελα. Ο πρωτότυπος πίνακας πρέπει να πουληθεί σε Άραβες που ονειρεύονται ένα μουσείο έργων τέχνης στη μέση της ερήμου με σκοπό να εξυπηρετηθεί το δημόσιο χρέος. Ένα κρατικό στην αρχή μυστικό που όμως όπως αντιλαμβανόμαστε μετά ελάχιστα αγγίζει και θυμώνει ενδεχομένως τον πολύ τον κόσμο. Κι αυτό διότι ένα νέο μουσείο μόνο με αντίγραφα μέσα βρίσκεται στα σκαριά ενθουσιάζοντας το κοινό και καταρρίπτοντας την πρωτοκαθεδρία του «υπερτιμημένου» πρωτότυπου κάθε φορά.

Στο πλάι της αδερφής Άνχελα βρίσκεται ο νυχτοφύλακας (φαντασματική παρουσία) του μουσείου με τον οποίο αναπτύσσει μια περίεργη, όχι ακριβώς φιλική, σχέση η παράξενη αυτή γυναίκα της καθολικής εκκλησίας. Είναι το πρόσωπο με το οποίο έχει ανάγκη να συνδιαλεγεί, να κουβεντιάσει, από το οποίο χρειάζεται να εισπράξει τον αντίλογο ή την επιβεβαίωση ακριβώς για να εξετάσει πού βαδίζει, γιατί σκέπτεται όπως σκέπτεται, αν έχει δίκιο, τι της συμβαίνει, τι την κάνει να αποκλίνει από το πρωτότυπο και την πανομοιότυπη απομίμησή του, όπως προστάζει η διευθύντρια. Γιατί θέλει να παρέμβει, γιατί τολμά και πετάει το ράσο της και λύνει τα μαλλιά της όταν κάνει δηλώσεις μπροστά στους δημοσιογράφους που έχουν καταφθάσει για να ακούσουν τι θα είναι αυτό το νέο είδος μουσείου.

Ομολογώ ότι παρακολούθησα ένα πολύ φρέσκο, σπαρταριστό έργο, μακριά από κάθε τι πολλάκις ιδωμένο. Ένα κείμενο αιχμηρό, εγώ δεν το εισέπραξα ως κωμωδία αλλά ως ένα ξυράφι που τέμνει βαθιά τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες της Ευρώπης, οι οποίες παραπαίουν και το μέλλον τους, οικονομικό και κατά συνέπεια, πολιτιστικό είναι τουλάχιστον αβέβαιο.

Για μένα, Ο ΠΙΝΑΚΑΣ είναι ένα κείμενο εντελώς πολιτικό, από την πένα ενός συγγραφέα που ασκεί ξεκάθαρα κριτική στο νέο σύστημα αξιών αλλά και παρατηρεί και καταγράφει το εγγύς μέλλον όλων εκείνων των κοινωνιών που τείνουν να παρακμάσουν όπως οι μονάρχες στον επίμαχο πίνακα του γνωστού Ισπανού ζωγράφου. Θα μπορούσα να πω ότι σε κάποιες στιγμές το έργο γίνεται ακόμα και σκοτεινό, ξεχωριστά φιλοσοφικό, προσφέρει αυτό που λέμε συχνά τροφή για σκέψη και πιστεύω ότι θα βασάνισε ιδιαίτερα και τους καλλιτέχνες που το ανέβασαν όταν ξεκίνησαν τις αναγνώσεις του και τις συζητήσεις πάνω σε αυτό, πιθανόν, στις πρώτες δοκιμές. Δεν είναι καθόλου εύκολο να το προσεγγίσει κανείς ούτε σκηνοθετικά ούτε ερμηνευτικά. Γι’ αυτό και αξίζουν πολλά συγχαρητήρια σε όλους τους συντελεστές! Διότι πάλεψαν με ένα απαιτητικότατο, για μένα, υλικό.

Οι θεματικές που συζητάει ο Caballero είναι πολυάριθμες, εξόφθαλμες κάποιες και μικρότερες κάποιες άλλες. Έτσι, θίγει τη σημερινή εποχή όπου το αντίγραφο αξίζει περισσότερο από το πρωτότυπο που λογίζεται ως υπερτιμημένο, καυτηριάζει τα social media και τον εθισμό σε αυτά όσων απολαμβάνουν μέσω αυτών αναγνώριση και επιβεβαίωση, αγγίζει μέσω της υπερβολής τη νέα αυτή φρενίτιδα (που εύκολα όμως κοπάζει) ενόσω η ίδια η χώρα ετοιμάζεται να ξεπουλήσει ό,τι πιο πολύτιμο έχει με τις ευλογίες μιας κυβέρνησης φαινομενικά φιλολαϊκής μα κατά βάθος εναρμονιζόμενης με την ευρύτερη κρίση και κατάσταση εκτάκτου ανάγκης που επικρατεί. Η Άνχελα, κυκλοφορεί σε μπλουζάκια, κούπες και άλλα είδη καθημερινής χρήσης ακόμα και σε Barbie... σε εκδοχή καλόγριας! Είναι το νέο πρόσωπο που ξεσηκώνει τα πλήθη αλλά και εκείνη που θέλει να κάνει την επανάστασή της, να βγει όπως λέει «από το καβούκι» της κάτι ωστόσο που ανακόπτεται διότι δεν επιτρέπεται. Η εξουσία επιβάλλει τους κανόνες, ανακόπτει την επιθυμία, δεν θέλει αναλύσεις και θεωρητικές προσεγγίσεις.

Ο φόβος και η αμφισβήτηση είναι «υγεία», οι ατάλαντοι μόνο δεν φοβήθηκαν ποτέ, ακόμα και ο Χριστός φοβήθηκε την τελευταία στιγμή… ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να είναι εγωκεντρικός, πρέπει να δημιουργεί και να εμπνέει... αυτή είναι η αποστολή του ωστόσο ζει και με το άγχος του βιοπορισμού. Ο Θεός έκανε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση ως το τελειότερο δημιούργημά του, εντούτοις φέρει ελαττώματα τα οποία έχει την πλήρη από τον Ύψιστο ελευθερία να διορθώσει. Ο καλύτερός μας εαυτός έχει μεγάλη σημασία σε τι δίδεται, η προσευχή έχει άλλη αξία και λειτουργικότητα ανάλογα με τον άνθρωπο, οι θεωρητικές – ανθρωπιστικές σπουδές έχουν πάψει να υπάρχουν και οι πτυχιούχοι της οδηγούνται σε επαγγέλματα άσχετα με αυτές. Ωστόσο, τα εξασκούν έχοντας άποψη και φιλοσοφώντας τα τεκταινόμενα.

Όταν κοιτάζουμε έναν καθρέφτη, τι βλέπουμε ακριβώς;

Ένα κείμενο που χωράει άπειρες ενδιαφέρουσες συζητήσεις, που μπορεί να ιδωθεί από ευάριθμες μεριές, ανάλογα με την «οπτική», όπως ακούμε να λέγεται, του καθενός μας. Ένα έργο για την εξομοίωση, την αντιγραφή του διπλανού μας, την απώλεια της αυθεντικότητας αλλά και την ανάγκη για υπέρβαση και αλλαγή.

Διακρίνεται ερμηνευτικά η Ιωάννα Παππά ως διευθύντρια του μουσείου, θεωρώ ότι αναλαμβάνει κάτι εντελώς διαφορετικό στη ζωή της ως ηθοποιός πάνω στη σκηνή. Παίζει άψογα, έχει τον ρυθμό και το ύφος που χρειάζεται στον ρόλο μιας τέτοιας περσόνα, δεν θυμίζει σε τίποτα παλιότερους ρόλους της. Είναι πολύ ώριμη, έχει εξελιχτεί φανερά. Μπράβο της!

Η Γιούλη Τσαγκαράκη, που υποδύεται την καλόγρια, είχε έναν εξίσου δύσκολο ρόλο. Μια γυναίκα βαθιά, προφανώς, θρησκευόμενη όχι όμως συντηρητική, όχι απλή αντιγραφέας αλλά μια νέα καλλιτέχνις, μια γυναίκα μακριά από τα εγκόσμια που έχει δώσει όρκους που την κρατούν μακριά από καθετί παράνομο ή αισχρό αλλά και ένα είδωλο πλέον που θέλει να ομοιάσει στη «γυναίκα» και να αποκαλυφθεί κάνοντας, όπως ακούμε, “making off”. Είναι ένας ρόλος με εναλλαγές, κοινώς αρκετά σκαμπανεβάσματα, θέλει προσαρμογή, κατανόηση και μια ιδιαίτερη απόδοση καθότι δεν είναι γραμμικός καθόλου. Εξαιρετική και αυτή!

Μαζί με τις δύο ως άνω κυρίες, ο Άγγελος Ανδριόπουλος που ερμηνεύει τον νυχτοφύλακα του μουσείου και γίνεται η φωνή με την οποία κουβεντιάζει την ώρα της δημιουργίας της η καλόγρια. Για μια στιγμή μάλιστα τον βλέπουμε να ξεπετάγεται με μια γυναικεία περούκα, μακριά καστανή, χωρίς να είμαστε σίγουροι τι υποδύεται ακριβώς. Πολύ καλός και αυτός, πλαισιώνει άριστα τους δύο γυναικείους ρόλους.

Και βέβαια ο σκηνοθέτης της παράστασης Μιχάλης Πανάδης που επιμελήθηκε και τη μουσική ένδυση. Ηθοποιός, κατά βάση, πολύ ταλαντούχος χωρίς αμφιβολία, μόνο να τον συγχαρώ μπορώ για τον τρόπο που πλησίασε το δύσκολο αυτό κείμενο, που καθοδήγησε τόσο καλά τους τρεις ερμηνευτές, που αξιοποίησε έξυπνα τον χώρο του θεάτρου ΨΥΡΡΗ. Ακόμα καλύτερα οφείλω να πω τα μουσικά θέματα που επέλεξε, πρόσφεραν χρώμα και συναίσθημα στην παράσταση.

Τέλος, δεν θα μπορούσα να μην σχολιάσω τα κοστούμια της Αλέγιας Παπαγεωργίου. Ήταν εξαιρετικά, τόσο τα ράσα της Άνχελα όσο και τα κομψά ρούχα της κυρίας διευθύντριας, που της πρόσδιδαν κύρος και ομορφιά όπως αρμόζει στην επαγγελματική της θέση παρόλη την οικονομική κρίση της χώρας.

Μπράβο εν γένει και στα ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΘΕΑΤΡΑ για την παραγωγή αυτή. Που παράγουν τέχνη και πολιτισμό, που δεν φείδονται χρημάτων και τολμούν εν μέσω μάλιστα υψηλού ανταγωνισμού με τόσες πολλές παραστάσεις να κατακλύζουν χωρίς υπερβολή την πρωτεύουσα.

 

 

 

Λοιποί συντελεστές:

Δραματουργική επεξεργασία: 

Παύλος Παυλίδης - Καλλιόπη Παναγιωτίδου

Σκηνικά - φωτισμοί: Ζωή Μολυβδά Φαμέλη

Κοστούμια: Αλέγια Παπαγεωργίου 

Μουσική επιμέλεια: Μιχάλης Πανάδης

 

Βίντεο: https://www.youtube.com/watch?v=_Ayn_2YK_6o

Comments