ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΛΟΥΝΤΜΙΛΑ

 

Η φωνή της Λουντμίλα

Κείμενο: Gunnar Bergdahl

Μετάφραση: Ηρώ Μουκίου

Σκηνοθεσία: Άρης Μπαφαλούκας

 

ΕΡΜΗΝΕΥΕΙ Η ΗΡΩ ΜΟΥΚΙΟΥ

 

Αναλύει η Μαρίνα Αποστόλου την παράσταση της Τετάρτης 16 Σεπτεμβρίου 2026 (στις 9.15 μ.μ.) στο θέατρο ΤΖΕΝΗ ΚΑΡΕΖΗ, Ακαδημίας 3 Σύνταγμα

 

 

«Κουρέψτε τον τουλάχιστον! Είναι εκνευριστικό που πέφτουν τα μαλλιά του!»

 

Οι θεατρικοί συγγραφείς και εν γένει όλοι οι σκεπτόμενοι άνθρωποι ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τη μνήμη τόσο την ατομική όσο και τη συλλογική. Και είναι εύλογο αυτό καθώς ένας άνθρωπος, μια κοινότητα, ένας λαός δεν είναι δυνατόν να υπάρξει χωρίς αυτή. Ενθυμείται την ιστορία του, τα παθήματά του, τα λάθη του, την καταστροφή του, τις αιτίες και τις αφορμές των πραγμάτων όπως επίσης και όσα τον ευχαριστούσαν και τον έκαναν να νιώθει όμορφα, να ζει χαρούμενος, να αισθάνεται ακριβώς άνθρωπος.

Το θέατρο – ντοκουμέντο είναι το ιδανικό είδος θεάτρου για να μιλήσει για τη μνήμη. Διότι παραθέτει αυθεντικά γεγονότα, μαρτυρίες, φωτογραφικό υλικό, συνεντεύξεις πρωταγωνιστών, βίντεο από τα σημεία των συμβάντων. Είναι μια εφημερίδα πάνω στη σκηνή. Είναι η αλήθεια αναμεμειγμένη με την υποκριτική τέχνη.

Ο λόγος για την παράσταση Η φωνή της Λουντμίλα που ανέβηκε για δύο μόνο παραστάσεις εφέτος τον Σεπτέμβριο στη σκηνή του «Τζένη Καρέζη» με αφορμή τη μαύρη επέτειο από τα σαράντα χρόνια της έκρηξης στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνόμπιλ της Ουκρανίας. Μια γυναίκα παρούσα και παθούσα στον τόπο εκείνο, τον Απρίλιο του 1986, ανατρέχει στο παρελθόν της και εξιστορεί όσα βίωσε μέσα από τον σκληρό χαμό του νεότατου συζύγου της Βάσια που κλήθηκε να επιχειρήσει ως πυροσβέστης εντελώς απροστάτευτος και προφανώς ανυποψίαστος για την εξέλιξη και κατάληξή του.

Το κείμενο του Σουηδού δημοσιογράφου και σκηνοθέτη περιγράφει τα γεγονότα με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες. Ο άτυχος πυροσβέστης Βάσια, μόλις 25 ετών, γεμάτος όρεξη για τη ζωή, κατοικούσε με τη σύζυγό του Λουντμίλα σε ένα δώμα στο Πρίπιατ, μια πόλη που φιλοξενούσε τους εργαζομένους στον πυρηνικό σταθμό μαζί με τις οικογένειές τους. Μια πόλη, που όπως ακούμε στην παράσταση, έσφυζε από ζωή και νιάτα. Εκεί, σε ένα κλειστό, ψυχροπολεμικό κλίμα, με ελλιπή ενημέρωση, οι άνθρωποι απολαμβάναν τις μικρές χαρές της ζωής: τη νεότητά τους, το να παίζουν σκάκι, το να φυτεύουν πατάτες με αφορμή μια επίσκεψη στους γονείς τους, το να μην παραπονιούνται που είχαν εξασφαλίσει με δυσκολία ένα πολύ μικρό διαμέρισμα για τη διαβίωσή τους… Η επαφή του με τη ραδιενέργεια τον οδήγησε άμεσα σε ουκρανικό νοσοκομείο και μετά στη Μόσχα όπου δέχθηκε μυελό των οστών από την αδελφή του όμως στο τέλος δεν άντεξε και ξεψύχησε αφότου το κορμί του υπέφερε και διαλύθηκε εντελώς. Θάφτηκε σχεδόν γυμνός σε διπλό φέρετρο, σκεπασμένος με επιπλέον υλικό και απομονωμένος σαν να ήταν εγκληματίας και όχι ήρωας, όπως τον είχε αποκαλέσει τότε ο Γκορμπατσώφ, αυτόν και τους συναδέλφους του, όπως σπαρακτικά ακούμε να αφηγείται η Λουντμίλα.

Πώς είναι να κατακρεουργείται η ζωή νέων και αθώων ανθρώπων; Πώς βιώνει μια γυναίκα την απώλεια του συζύγου της, της μόλις πέντε ημερών κόρης της που γεννιέται δύσμορφη και άρρωστη, του αδελφού της που φεύγει από καρκίνο; Και πώς είναι να κάνει κανείς μια καινούργια αρχή με φόβο και ρίσκο; Και πάντα να θυμάται γιατί δεν γίνεται αλλιώς, να θυμάται την έκρηξη που άλλαξε τις ζωές χιλιάδων ανθρώπων επηρεάζοντας ολόκληρη τη γηραιά ήπειρο; Κι ως πότε οι μικροί και οι αθωράκιστοι θα πληρώνουν το τίμημα, θα φεύγουν πρόωρα ή θα μένουν μόνοι και κατακερματισμένοι;

H άνοιξη του 1986 στην Ουκρανία ήταν μια άνοιξη με ανθισμένες πασχαλιές και βερικοκιές, με τα παιδιά να παίζουν εν αγνοία τους ξυπόλητα, τον κόσμο να πηγαίνει για ψώνια και να αγοράζει το ψωμί του χωρίς να το τυλίγει…

Η Ηρώ Μουκίου είναι μια ηθοποιός που δεν παίζει όπου να ναι και ό,τι να ναι, για να μιλήσω έτσι απλά και ξεκάθαρα. Επιλέγει τους ρόλους της, το ρεπερτόριό της είναι πάντα πολύ αξιόλογο και δύσκολο να βγει και να σταθεί στη σκηνή. Είναι τόσο επιδέξια ηθοποιός, που πραγματικά, όταν την έβλεπα να μεταμορφώνεται επί μία ώρα σε Λουντμίλα, έλεγα από μέσα μου με θαυμασμό ότι κατέχει άριστα το πώς να ενσαρκώνει αυτή την τραγική φιγούρα χωρίς να γίνεται υπερβολική και κουραστική. Κάθε άλλο! Προσωπικά, δεν ήθελα να τελειώσει αυτός ο μονόλογος. Ήθελα η Λουντμίλα να μιλήσει κι άλλο, να μας παράσχει κι άλλες λεπτομέρειες, κι άλλες πληροφορίες, κι ας πονάνε κι ας σοκάρουν. Γιατί όλοι θέλουμε και πρέπει να ξέρουμε. Είναι εξαιρετικά απαιτητικό να ισορροπήσει πάνω στη σκηνή μια ηθοποιός που καλείται να γίνει Λουντμίλα. Διότι δεν βρίσκεται σε αρχαίο θέατρο να παίζει τη Μήδεια ή τη Φαίδρα ή την Αντιγόνη, δεν έχει το περιθώριο να δονηθεί και να κράξει απεριόριστα˙ ωστόσο η Λουντμίλα δεν υστερεί σε τίποτα από μια τέτοια τραγική ηρωίδα. Κι η υπόκρισή της πρέπει να επιτευχθεί τόσο όσο, μετρημένα, σωστά, εύστοχα μέσα από έναν μονόλογο, χωρίς άλλους ηθοποιούς να διαδρούν μαζί της, σε ένα κλειστό θέατρο. Μπράβο λοιπόν στην Ηρώ Μουκίου που καταφέρνει ένα τόσο ζόρικο εγχείρημα!

Ο Άρης Μπαφαλούκας σκηνοθετεί με απλά μέσα τη μετάβαση της Λουντμίλα στο σήμερα και στο πριν, με ένα λευκό παραβάν (πολύ έξυπνη σαν ιδέα!), ένα κρεβάτι νοσοκομείου και ένα τραπέζι με φωτογραφικό άλμπουμ πάνω, το μόνο που έμεινε στη γυναίκα από τα λίγα ωραία χρόνια με τον άντρα της. Η Λουντμίλα θα βγάλει και θα ξαναφορέσει τη ζακέτα της, θα σφίξει το μαξιλάρι του κρεβατιού του πόνου και θα δεχθεί τους ανάλογους φωτισμούς που θα αγκαλιάσουν τα διάφορα στιγμιότυπα της ζωής της.

Σημειωτέο ότι η εν λόγω παράσταση παίχτηκε για πρώτη φορά πριν αρκετά χρόνια και παραμένει πάντα επίκαιρη και ελκυστική.

 

 

Λοιποί συντελεστές:

Σκηνικά-κοστούμια: Δημήτρης Κακριδάς

Φωτισμοί: Ανδρέας Μπέλλης

Φωτογραφίες: Μέμη Γιολδάση

Comments