ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: ΓΛΥΚΟ ΝΕΡΑΝΤΖΙ
ΓΛΥΚΟ ΝΕΡΑΝΤΖΙ
του ΧΡΗΣΤΟΥ
ΝΑΟΥΜ
ΘΕΑΤΡΟ «Παραμυθιάς - Αλμπέρτα Τσοπανάκη»
Παραμυθιάς 27, Μεταξουργείο
Σκηνοθεσία: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΤΣΟΥΓΚΡΗΣ
Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί: Γιώργος Μπίρμπας (στον ρόλο του Άλεξ)
και Παναγιώτης Σαριδάκης (στον ρόλο του Λουκά)
Αναλύει η Μαρίνα Αποστόλου την παράσταση της Δευτέρας 5 Ιανουαρίου
2026, στις 21.00
|
«Τώρα εγώ είμαι η
φωτιά… Το πυρ καταστρέφει τα πάντα όμως οδηγεί και στην αλλαγή…» |
Ένα έργο για τη δυσκολία των ανθρώπινων σχέσεων, τρυφερό και
ρεαλιστικό, συγκινητικό και επίκαιρο μας παρουσιάζουν κάθε Δευτέρα βράδυ στις 9
μ.μ. στο θέατρο «Παραμυθιάς» οι τρεις συντελεστές του (Κατσούγκρης – Μπίρμπας –
Σαριδάκης) μέσα από τη συγγραφική διάνοια του Χρήστου Ναούμ που εμπνεύστηκε το
κείμενο.
Τι επηρεάζει και καθορίζει τις σχέσεις των ανθρώπων και δη τις
ερωτικές όπου παρεμβάλλεται και το σεξ, δηλαδή η σωματική επαφή και απόλαυση;
Οι δύο χαρακτήρες του Ναούμ, ο Άλεξ και ο Λουκάς, άκρως αντίθετοι, παντελώς
ασύμμετροι, ξένοι στην ουσία μεταξύ τους, συναντιούνται και χωρίζουν μη καταφέρνοντας ποτέ να συνεννοηθούν.
Η ομοφυλοφιλία που εκ πρώτης όψεως δείχνει να είναι ο βασικός
παράγοντας τριβής και φθοράς δεν είναι τελικά παρά ακόμα μία παράμετρος που
γκριζάρει το ήδη θολό τοπίο στις σχέσεις που πασχίζουν να βρουν την ισορροπία τους.
Διότι τα προβλήματα που τις επιβαρύνουν είναι τελικά πολύ περισσότερα και συχνά
δυσεπίλυτα ή άλυτα. Ή μήπως ευθύνεται ο άνθρωπος ο ίδιος που δεν προσπαθεί περισσότερο
να τα αντιμετωπίσει και να αισθανθεί τελικά ευτυχισμένος που είναι άλλωστε και η
αιτία ύπαρξής του πάνω στη Γη;
Ο Άλεξ, ένας εμφανίσιμος, νέος άντρας, γυμνασμένος, ελκυστικός
με πολλές κατακτήσεις στο όμοιο φύλο καθότι και ενεργητικός, συζεί με τον Αργύρη
σε μια γκαρσονιέρα. Τα παιδικά του χρόνια έχουν υπάρξει καθοριστικά και
διαμορφωτικά: ο πατέρας του τον έχει εγκαταλείψει για τα μάτια μιας λαϊκής
τραγουδίστριας ενώ η μάνα του ακόμα τού ζητάει χρήματα αδιαφορώντας για την
πηγή της προέλευσής τους. Η μόνη γλυκιά ανάμνηση από τότε ήταν το γλυκό
νεράντζι που η μητέρα του έφτιαχνε με τους καρπούς που βρίσκονταν σε αφθονία στη
γειτονιά τους. Διαχρονικά βιοπορίζεται όχι εύκολα έχοντας ίσα με τα 35 του
αλλάξει ένα σωρό δουλειές, από ντιλίβερι μπόι έως μπράβος σε νυχτερινά μαγαζιά.
Η υπηρεσία όμως που του αποφέρει χρήματα σαφώς περισσότερα είναι εκείνη του σεξ
σε ευκατάστατους κυρίους. Κάποια στιγμή γνωρίζει τον Λουκά, τμηματάρχη σε
εταιρεία με είδη καλλυντικών και γίνεται ξαφνικά υπάλληλος γραφείου, με σταθερό
μισθό και σταθερό πρόγραμμα. Η ζωή του αποκτά πλαίσιο και μια σχετική ηρεμία.
Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Η συμβίωση στην γκαρσονιέρα δεν είναι ρόδινη, ο
συγκάτοικος και εραστής δεν είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του, καταπιάνεται με
τα ναρκωτικά, κάνει χρήση, κάνει εμπόριο, εκδίδεται. Ο Άλεξ, πραγματιστής και
σκληρός, επίπεδος και απλός, τετράγωνος και γήινος μόνο ρομαντικός και
ιδεαλιστής δεν μπορεί να είναι σαν τον Λουκά.
Ο Λουκάς αναζητά την αγάπη πέρα από τον έρωτα. Την απαλότητα της
ψυχής που θεραπεύει και ηρεμεί. Είναι ευγενικός, ήσυχος, αρκετά άνετος
οικονομικά. Του αρέσει η συντροφικότητα, αποζητά το «μαζί», του λείπει η
ανθρωπιά και η επικοινωνία. Το ενδιαφέρον του για τον Άλεξ συντηρεί η ψεύτικη
ελπίδα ότι κάποια στιγμή εκείνος θα χωρίσει. Από την άλλη την ανταπόκριση του
Άλεξ συντηρούν τα χρήματα που προσφέρει ο Λουκάς στον νέο άντρα. Έχουν εντελώς
διαφορετική οπτική για τη ζωή και τα γεγονότα γύρω τους, η αντίληψή τους διαφέρει
ριζικά. Η σχέση τους νοσεί και δεν έχει μέλλον. Όταν θα φτάσει η ώρα του
τέλους, η διαχείριση θα απαιτήσει κουράγιο και ψυχικό σθένος από την πλευρά του
Λουκά. Ο Άλεξ πάλι θα καταφύγει στις γνωστές προσφερόμενες λύσεις, αυτή τη φορά
από την πλευρά του Γενικού Διευθυντή της εταιρείας. Όλα είναι θέμα επιβίωσης:
τόσο υλικής όσο και ψυχικής. Η εκδίκηση περισσεύει καθότι έτσι κι αλλιώς οι
μεγαλύτεροι τιμωροί του εαυτού μας είναι οι συνέπειες των δικών μας πράξεων.
Τα παιδικά χρόνια του Λουκά δεν ήταν καλύτερα. Τα πέρασε σε
ένα χωριό με άθλιο όνομα που πρόδιδε την κακία και τη μικρότητα των κατοίκων
του. Ωστόσο, ο Λουκάς είχε την αμέριστη συμπαράσταση των γονιών του και έτσι η
διαφορετικότητά του όχι απλά δεν τους χώρισε αλλά τους έκανε μια γροθιά που
τόλμησε να χτυπήσει το σύνολο της κακόβουλης ελληνικής επαρχίας όπου το τότε
παιδί μεγάλωνε. Το σχόλιο του συγγραφέα είναι εμφανές για το πόσο βασική,
θεμελιώδης είναι η στήριξη ενός ατόμου από το οικογενειακό του περιβάλλον για
τη μετέπειτα εξέλιξή του. Η μητέρα του Λουκά, σοφή και εύστοχη του έδινε τη
συμβουλή να μην ξοδεύει τον εαυτό του. Προσφέροντας κάθε τόσο και μια «κουταλιά
νεράντζι» για να γλυκάνει και να ευχαριστεί τον καθένα, στο τέλος το «βάζο» του
θα έμενε αδειανό. Πρέπει να είμαστε φειδωλοί με τους ανθρώπους, τσιγκούνηδες
στο τι και πόσο τους προσφέρουμε ιδίως όταν δεν αξίζουν.
Ο Άλεξ πουλάει ελπίδα («έχω δεσμό… κάνε τα στραβά μάτια μέχρι
να χωρίσω…») αλλά και ο Λουκάς θέλει να την αγοράζει διότι την έχει ανάγκη τη
δεδομένη στιγμή της μοναξιάς του και της χρείας του να μοιραστεί τη ζωή με κάποιον.
Αδιέξοδο.
Μου άρεσε ιδιαιτέρως ο Γιώργος Μπίρμπας ως Άλεξ, θεωρώ πως ο
ρόλος του πήγε γάντι όχι μόνο χάρη στη φυσική του κατάσταση αλλά και χάρη στην
ερμηνευτική του δεινότητα. Έπαιξε αυτό που λέμε κοινώς το «ρεμάλι» επιτυχώς
χωρίς να παρασυρθεί σε υπερβολές ή να κουράσει. Μάλιστα, διαχειρίστηκε πολύ
καλά το κείμενό του ακόμα και στις εύθυμες στιγμές του (λ.χ. φαγητό στην
ταβέρνα). Ο Παναγιώτης Σαριδάκης, που είχε αναλάβει να ενσαρκώσει τον Λουκά,
απέδωσε πειστικά τον γλυκό και ευαίσθητο άντρα που ήθελε τόσο να αγαπηθεί όμως στο τέλος έπρεπε να αποδράσει για το καλό του.
Η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Κατσούγκρη ήταν ενδιαφέρουσα καθώς
κλήθηκε να ανταποκριθεί σε ένα δραματικό κείμενο με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική:
έχουμε παράλληλους μονολόγους που διαδέχονται ο ένας τον άλλον και μπόλικο
αφηγηματικό θέατρο που απαιτεί τη δική του προσέγγιση. Διαλογικό μέρος δεν
έχουμε παρά μόνο στην τελευταία σκηνή του έργου. Τα δύο πρόσωπα συμπορεύονται,
συμπλέκονται και το καθένα περιγράφει τη δική του αλήθεια. Ξεχώρισα τη σκηνή της
ερωτικής επαφής στο ξενοδοχείο «ΛΗΤΩ», ήταν άριστη σκηνοθετικά, βρήκα όμορφο το
τέχνασμα της απεύθυνσης στο σακάκι – σύμβολο του Άλεξ αλλά και πρόσεξα το
έξυπνο παιχνίδι με τους φωτισμούς που πρόσθεσε στην παράσταση.
Είναι σημαντικό να δίνουμε χώρο και χρόνο στο σύγχρονο
ελληνικό θέατρο, να παρατηρούμε τόσο τις θεματικές που πραγματεύεται όσο και τα
είδη που κάθε φορά υπηρετεί όπως και το στυλ των κειμένων, το ύφος τους, τη
σκηνοθετική τους προσέγγιση, καθότι, όπως έχω επαναλάβει, αυτό είναι μέρος της πολιτιστικής
μας άυλης παρακαταθήκης.
ΒΙΝΤΕΟ ΠΡΟΩΘΗΣΗΣ: https://www.youtube.com/watch?v=Oj5yD2n9Izk



Comments
Post a Comment