ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: ΟΙ ΡΗΤΟΡΕΣ

 


ΟΙ ΡΗΤΟΡΕΣ

Κείμενο - σκηνοθεσία: Χριστόφορος Χριστοφής 

Παλαιό Πανεπιστήμιο [Μουσείο Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών], Θόλου 5


Αναλύει η Μαρίνα Αποστόλου την παράσταση του Σαββάτου 13 Ιουνίου 2026, στις 9 μ.μ.

Πώς ορίζεται ο «ΚΑΤΑΞΙΩΜΕΝΟΣ» ΗΘΟΠΟΙΟΣ;

Ένα ζεστό καλοκαίρι στην έναρξή του στο νησί του Πόρου. Εκεί που έβαλε τέλος στη ζωή του ο ρήτορας Δημοσθένης κυνηγημένος από τους στρατιώτες του Αντίπατρου το 322 π.Χ. . Τρία αμφιλεγόμενα και αινιγματικά πρόσωπα: ένας επιτυχημένος ηθοποιός (ο κύριος Δήμος, όπως μαθαίνουμε κατόπιν ότι είναι το μικρό του όνομα) με πολλές τηλεοπτικές συμμετοχές που τον έκαναν γνωστό και του χάρισαν χρήματα, ίσως και τα χρήματα να αποκτήσει το δικό του θέατρο και να παίρνει αποφάσεις κατά βούληση (Θα το λειτουργήσει την επόμενη σεζόν; Θα το κρατήσει κλειστό; Θα το νοικιάσει;) άρα και να είναι το «αφεντικό», ένας νέος ηθοποιός που αγαπά το θέατρο και απεχθάνεται την τηλεόραση και μεταφέρει στο εξοχικό του «μεγάλου» ένα θεατρικό κείμενο με θέμα τη ζωή και τη δράση του Δημοσθένη και μια γυναίκα, η Δέσπω του βαρκάρη που «τα χέρια της μυρίζουν κρεμμύδι» και φροντίζει κάθε χρόνο το εξοχικό του Δήμου μέχρι εκείνος να έρθει στις αρχές του καλοκαιριού με την καινούργια του αγάπη κάθε φορά...

Πρόκειται για ένα κείμενο που δυσκολεύει και εμπλέκει τον θεατή: Η ροή του μετεωρίζεται μεταξύ πραγματικής ζωής και θεατρικής δοκιμής. Αγγίζει το παράλογο, το αμιγώς σκηνικό. Ο νεαρός ηθοποιός με το απρόσμενο τέλος επιθυμεί διακαώς να γίνει θεατρικά ο υπηρέτης του Δημοσθένη του έργου που έχει συγγράψει ο αυτόχειρας Χρήστος. Ένα τέταρτο πρόσωπο που δεν εμφανίζεται επί σκηνής αφού έχει επιλέξει την αυτοκτονία (Γιατί όμως; Και πού είναι η σορός του; Υπήρξε κηδεία; – Ερωτήματα αναπάντητα ως το τέλος της παράστασης). Ο νεαρός φαίνεται να είναι ήδη ο υποτακτικός του Δήμου: Του ετοιμάζει ομελέτα, εκείνος όμως την περιφρονεί. Του κομίζει το κείμενο, το αποστηθίζει εντυπωσιακά πιστά κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του από τον Πειραιά, ζητάει απασχόληση από τον Δήμο καθώς απέχει από το επάγγελμα επί δύο χρόνια αρνούμενος «τον εμετό της τηλεόρασης». Κι όσο κι αν φαίνεται υποχείριο εκείνου, δεν φοβάται να ασκήσει κριτική στον μεγάλο για τις επιλογές του. Κι ενώ ετοιμάζεται να φύγει με το βραδινό δρομολόγιο, επιλέγει να παραμείνει στο νησί και να επανεμφανιστεί σε σημείο όπου θα συμβούν μοιραία γεγονότα.

Το τεταμένο κλίμα είναι διάχυτο σε όλο το έργο. Όλα περιστρέφονται γύρω από το αρχαιόθεμο θεατρικό του Χρήστου αλλά και τα ανθρώπινα πάθη. Η αντρική αμφιφυλοφιλία και ομοφυλοφιλία θίγονται ξεκάθαρα, το ίδιο και ο απελπισμένος έρωτας, ο τρόπος με τον οποίο χτίζει την καριέρα του ένας ηθοποιός ή δεν την προάγει ποτέ, το πώς συντίθεται και εν τέλει ανεβαίνει ένα θεατρικό στη σκηνή (εξ ου και το θέατρο εν θεάτρω του συγκεκριμένου έργου), η ζωή και ο ρόλος του Δημοσθένη στα πράγματα της Αθήνας, ο ναρκισσισμός που διέπει τους καλλιτέχνες και τους καθιστά χειριστικούς, η γήινη παρουσία της Δέσπως που αγαπά κρυφά τον Δήμο και παρεμβαίνει με την κάπως ατσούμπαλη συμπεριφορά της ως οικονόμος (αφήνει στο τραπέζι ψίχουλα από ψωμί... παρατάει αποτσίγαρα... καπνίζει πουράκι... παίρνει κρυφά τα κλειδιά του αρχαιολογικού χώρου από τον φύλακα άντρα της όμως φροντίζει και για φρέσκα φρούτα όπως λ.χ. νόστιμα πεπόνια για τον ερχομό του Δήμου στο νησί).

Ακόμα και οι άστατοι χαρακτήρες όπως ο Δήμος ερωτεύονται κάποια στιγμή σφόδρα και πληγώνονται από μια γυναίκα που τους μεταμορφώνει σε «άγριο γίδι», ο έρωτας σχολιάζεται από τη Δέσπω ως κρασί με καλές αλλά και κακές σοδειές, ο Δήμος υποκρίνεται πως αγνοεί το κείμενο του Χρήστου, εντούτοις ήταν παρών στη συγγραφή επηρεάζοντας την τελική μορφή των σκηνών με την καθοριστική του γνώμη, η σχέση Δήμου – Χρήστου, μικρού – Χρήστου είναι ασαφείς και απροσδιόριστες ως προς το είδος τους αλλά και τον βαθμό άσκησης εξουσίας.

Δήμος και νεαρός αλληλοταπεινώνονται, παλεύουν, ο ένας θέλει να συντρίψει ηθικά και όχι μόνο τον άλλον. Ο έμπειρος με το μακρύ βιογραφικό και τα χρήματα που χαρακτηρίζει τον νέο ως απλό παπαγάλο γραφόμενων και «πόρνη», ο μικρός που καταγγέλλει την καριέρα του Δήμου ως προϊόν μιας «πλεκτάνης». Κι ενώ η πρώιμη ζέστη του Ιουνίου ανεβάζει κι άλλο τη θερμοκρασία μεταξύ των δρώντων, γνώριμοι τόποι θεατρικοί και αντικείμενα κάνουν την εμφάνισή τους: ένα μαχαίρι (ο πατέρας του Δημοσθένη ήταν μαχαιροποιός όπως ακούμε σαν να λέμε έμπορος όπλων στο σήμερα), ένα γράμμα που αναφέρει πικρές εξομολογητικές αλήθειες του Χρήστου, το οποίο τελικά δεν έχει καταστραφεί από τον νεαρό ηθοποιό, το όνειρο της Δέσπως που προοικονομεί το τέλος αλλά και η χρήση φακών που παράγουν το δέον ημίφως.

Ένας λαός αποδεικνύει την ποιότητά του από το πώς χτίζει τα σπίτια του ή από το πώς κάνει έρωτα ενώ ο υπέρτατος θεός που κυβερνά τους ανθρώπους είναι ο ίδιος ο Φόβος, ως ο παράγοντας που καθορίζει τις πράξεις και διαμορφώνει τις ζωές τους. Και παρέα με τον Φόβο η θεά Τύχη που διαδραματίζει ανάλογο ρόλο ως προς το αποτέλεσμα του βίου του καθενός.

Στον προαύλειο χώρο του Μουσείου του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Πλάκα, οι τρεις ηθοποιοί, Βερόνικα Αργέντζη, Δημήτρης Ραφαήλος και Θάνος Τριανταφύλλου ενσαρκώνουν τους τρεις αυτούς χαρακτήρες που (αντ)αγωνίζονται να υπάρξουν και να προσφέρουν στον εαυτό τους τη λύση στην ψυχή τους που βασανίζεται. Ένα θεατρικό έργο μπορεί να αποτελέσει την αφορμή για να ταυτιστούν οι ερμηνευτές με τον ρόλο τους, να συγκρουστούν και να αποκαλυφθούν όταν ένα ακόμη πρόσωπο έρχεται να συμβάλει με τη δική του απλή και λαϊκή αλήθεια.

Έντονη κίνηση, ειδικά εκείνη του Τριανταφύλλου, προσθήκες με βίντεο και κλασική μουσική, φώτιση της δράσης μέσω της συσκότισης της σκηνής και ένα va-et-vient μεταξύ αρχαιότητας και παρόντος, συνθέτουν το κείμενο του Χριστόφορου Χριστοφή που μιλάει για τις ανθρώπινες σχέσεις και τις εξουσίες που αναπτύσσονται μεταξύ τους όπως και για την κατάληξη αυτών.

Για μένα, είναι μια ενδιαφέρουσα παράσταση, αξιοπρόσεκτη, όχι αναμενόμενη και προβλέψιμη, με ένα κείμενο πυκνό και ιδιαίτερο αλλά και μια ξεχωριστή καλοκαιρινή ιδέα για θεατρική έξοδο στο κέντρο της Αθήνας.

                       Ταυτότητα παράστασης:

Δραματουργία – Σκηνοθεσία: Χριστόφορος Χριστοφής

Χορογραφική παρέμβαση μέσω βίντεο: Έρση Πήττα

Σκηνικά – Κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης

Βίντεο: Τάκης Δημητρακόπουλος

Βοηθός Σκηνοθέτης: Μάνος Σπιτάλας

Παίζουν: Βερόνικα Αργέντζη, Δημήτρης Ραφαήλος, Θάνος Τριανταφύλλου

Ερμηνευτές στο βίντεο: Magnus Pedersen, Κρις Θεοδοσοπούλου

Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σκαφιδάς

Παραγωγή: Creation Movement AMKE

Επικοινωνία: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου | Art Ensemble

Comments