ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: ΗΛΙΟΣ ΜΕ ΔΟΝΤΙΑ
ήλιος με δόντια
Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του
Γιάννη Μακριδάκη
Δραματουργική επεξεργασία: Νεφέλη Μαϊστράλη
Θέατρο «Μπέλλος»
Κέκροπος 1, Πλάκα
Σκηνοθεσία: ΘΑΝΑΣΗΣ ΖΕΡΙΤΗΣ
Ερμηνεύουν
οι ηθοποιοί: Γιάννης Λεάκος & Παναγιώτης Εξαρχέας
Αναλύει η Μαρίνα Αποστόλου την παράσταση του Σαββάτου 4
Απριλίου 2026 (στις 6.00 μ.μ.)
|
«Κάποτε ηρέμησα και βγήκα από το παταράκι με την ψυχή μου μισοβγαλμένη…» |
Δραματοποιημένη λογοτεχνία και πίσω
στην Ελλάδα – και συγκεκριμένα στο νησί της Χίου – σε σκοτεινές δεκαετίες όπου
η ένδεια βασίλευε, οι άνθρωποι πέθαιναν νέοι και αναπάντεχα πολλές φορές, τα
παιδιά έμεναν ορφανά, μόνα και έκθετα στον κάθε κίνδυνο, οι ακροδεξιές απόψεις
επικρατούσαν και τιμωρούσαν όποιον παρέκκλινε ιδεολογικά, η ομοφυλοφιλία ήταν
τουλάχιστον αιτία ντροπής και άγριου χλευασμού, η Μεγάλη Ιδέα υποχρέωνε τη χώρα
σε έναν διαρκή και εξαντλητικό πόλεμο ενώ η μικρασιατική καταστροφή κάλπαζε δίνοντας
οριστικό τέλος στη στρατιωτική αιμορραγία αλλά και στερώντας από τη χώρα την
πολυαγαπημένη Σμύρνη, πόλη – σύμβολο του μεγαλοϊδεατισμού και σημείο αναφοράς όλης
της Μικράς Ασίας.
Η πορνεία ως όνειδος και άφευκτη
λύση για τις ταλαίπωρες πρόσφυγες, η θηλυπρέπεια ως στίγμα και αφορμή για
εκμετάλλευση και κακοποίηση από βίαια και χειριστικά άτομα, η αγάπη για την
πατρίδα σε σημείο εθνικιστικής προσκόλλησης, το διαχρονικό δίπολο
πλούτος – φτώχεια, ο Βενιζέλος με το πασίγνωστο «Ιδιώνυμό» του και τις κυρώσεις
που αυτό επέσειε, η απολυταρχική κυβέρνηση του Μεταξά που ομοίαζε με άλλους ολοκληρωτικούς
κυβερνήτες γειτονικών χωρών αλλά και το μεγάλο του «όχι» στους Ιταλούς που
εμψύχωσε τον κόσμο, το ρεύμα που ήρθε να φωτίσει τους δρόμους, τα σπίτια αλλά και
τις πράξεις των ανθρώπων, η εκμάθηση μιας τέχνης που εξασφάλιζε την επιβίωση, οι
δεισιδαιμονίες, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή, οι οργανώσεις της Αντίστασης,
η σκόπιμη επίρριψη ευθυνών στον αδύναμο, τον εξαρτημένο, η παράνοια και η άρρωστη
ψυχή που γεννούν παραισθήσεις και οδηγούν τον άνθρωπο στο ψυχιατρείο και τον άδικο
χαμό.
Όλα τα παραπάνω γεγονότα και στοιχεία
της ανθρώπινης ζωής και συμπεριφοράς συζητάει ο Μακριδάκης στο έργο του φωτίζοντας
αφειδώς μια εποχή που οι συγγραφείς δεν χορταίνουν να μελετούν και να μαρτυρούν
με ολοζώντανες περιγραφές και συχνά με γλώσσα κοφτερή και λόγο αιχμηρό ή και
χιουμοριστικό μέσα στα κείμενά τους. Διότι εκεί, μέσα στη μοναξιά, την ανάγκη
για κάποια στέγη και οικογένεια, την επιβάρυνση της διαφορετικότητας αλλά και τα
ιστορικά συμβάντα ο άνθρωπος, ο μόνιμος πρωταγωνιστής της ζωής και της κοινωνίας
παρουσιάζει μοναδικό ενδιαφέρον και ελκύει τους αναγνώστες/θεατές με την
γλυκόπικρη αλήθεια του. Και αυτό ακριβώς πραγματοποιείται εδώ με την ιστορία
του Κωνσταντή: του βασικού χαρακτήρα του Γ.Μ. .
Θεωρώ ότι το να δραματοποιήσεις ένα
μυθιστόρημα δεν είναι και η πιο απλή δουλειά. Πρέπει να δεις τι κρατήσεις, τι
θα αφαιρέσεις, πώς το έργο θα ρέει επί σκηνής, πώς θα λειάνεις τις γωνίες, τι
θα γίνει με τα διαλογικά μέρη αλλά και πώς η αφήγηση που καλώς ή κακώς δεσπόζει
δεν θα κουράσει το κοινό από κάτω. Τα θεμέλια λοιπόν του παραστασιακού οικοδομήματος
τα έβαλε η Νεφέλη Μαϊστράλη.
Και περνάμε στη σκηνοθεσία: ο
Θανάσης Ζερίτης θαρρώ ότι αυτή την εποχή βρίσκεται στα καλύτερά του ως
σκηνοθέτης. Και καθότι νέος άνθρωπος, έχει μακρύ μέλλον στον χώρο αυτό. Με ένα κείμενο σαν άγρια καταιγίδα στα χέρια
του, γρήγορο, με τόσες λεπτομέρειες και χωρίς επαναλήψεις ανέλαβε την ευθύνη να
κουρδίσει δύο ηθοποιούς οι οποίοι εναλλάσσονταν όχι μόνο στον ρόλο του
Κωνσταντή (έμοιαζε λίγο με έναν «δικέφαλο» μονόλογο) αλλά και των υπολοίπων
προσώπων. Ήταν πολύ ευρηματική, κυρίως με τη χρήση της σημαίας όπου ο
συγγραφέας βγάζει προφανώς τη γλώσσα στον κακού τύπου πατριωτισμό, με τη χρήση
των κουρτινών από όπου ενίοτε προέβαλαν μόνο τα κεφάλια των ηθοποιών, με τη
χρήση της σκάλας αλλά και την κίνηση σχεδόν σε όλη τη σκηνή. Σε αυτό βοήθησε
σημαντικά, όπως φάνηκε, ο Πάνος Τοψίδης που φρόντισε την κίνηση των ηθοποιών.
Είχαν άψογο συγχρονισμό χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ένας μιμούνταν τον άλλον ή
ότι είχαμε να κάνουμε απλά με μια χορωδία δύο ατόμων. Η κίνησή τους ποίκιλλε
ενώ συνάμα επικοινωνούσε το ίδιο μήνυμα.
Και φυσικά οι ηθοποιοί: τον Γιάννη
Λεάκο τον παρακολουθώ χρόνια από την ομάδα Νάμα, είναι ένας πολύ σωστός
επαγγελματίας και ένας πολύ ακριβής ηθοποιός με μεγάλη αγάπη για την υποκριτική.
Δεν παύει να το αποδεικνύει μέσα από τις ερμηνείες του που είναι εντελώς
διαφορετικές η μία από την άλλη. Αυτό θα πει ότι δεν ακολουθεί μια μανιέρα, δεν
είναι προβλέψιμος ενώ είναι ικανός να ανταποκριθεί σε πολλαπλές προκλήσεις διαφόρων
ρόλων. Τον Παναγιώτη Εξαρχέα δεν είχα τη χαρά να τον έχω θαυμάσει νωρίτερα.
Είναι επίσης ένας πολύ δοτικός ερμηνευτής, αρθρώνει άψογα, έχει φοβερή ενέργεια και σπινθηροβόλο βλέμμα,
δίνει βάση στη λεπτομέρεια της υπόκρισής του και το κυριότερο δένει υπέροχα με τον
συμπρωταγωνιστή του.
Ο τίτλος του έργου μου άρεσε
ιδιαίτερα, κρύβει το σκοτάδι που σκεπάζει το φως, την αρρώστεια που καταργεί
την υγεία, την ασχήμια που κατατρώγει την ομορφιά. Οφείλω ακόμη να πω ότι σε
αρκετές στιγμές του μού θύμισε το Τρίτο στεφάνι του Ταχτσή. Βρήκα τέλος
γοητευτική την πλάνη ότι τα γεγονότα θα εκτυλιχθούν σε εκκλησία και με πρόσωπα
εκεί υπηρετούντα καθώς και απαραίτητα τα λόγια – επεξηγήσεις που ακούστηκαν στο
τέλος εφόσον μερικά σημεία όπως π.χ. εκείνο με το παρασύνθημα στην Κατοχή, δεν ήταν
πάντα κατανοητά λόγω της όχι γνωστής στο κοινό ειδικής συνθήκης του τότε και του εκεί αλλά και της χωρίς ανάσα ροής της παράστασης.
Λοιποί συντελεστές:
Σκηνικά- Κοστούμια: Γεωργία
Μπούρδα
Σχεδιασμός φωτισμών: Σάκης
Μπιρμπίλης
Μουσική επιμέλεια/ σύνθεση:
Μιχάλης Λατουσάκης, Γιάννης Λατουσάκης
Βοηθός σκηνοθέτη: Αιμιλία
Κεφαλά
Κίνηση: Πάνος Τοψίδης
Επικοινωνία: Μαρίκα
Αρβανιτοπούλου | Art Ensemble
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Γραφιστική
επιμέλεια/trailer: Θωμάς Παλυβός
Παραγωγή: Εταιρεία Τέχνης
Ars Aeterna – Σταμάτης Μουμουλίδης
Ακούγεται ο Δημήτρης
Καραμπέτσης και ο Κώστας Φλωκατούλας



Comments
Post a Comment