ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: ΤΟ ΨΕΜΑ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ

 


το ψέμα του μυαλού

του Σαμ Σέπαρντ

Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου

 

«ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΘΕΑΤΡΟ»

Ευμολπιδών 45, Γκάζι

 

Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη

Ερμηνεύουν οι καλλιτέχνες: Μελέτης Γεωργιάδης, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Κατερίνα Γιαμαλή, Ορέστης Τζιόβας, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Βαγγέλης Αμπατζής, Ήβη Νικολαΐδου, Μαρία Δαμασιώτη


Αναλύει η Μαρίνα Αποστόλου την παράσταση του Σαββάτου 21 Μαρτίου 2026 (στις 6.15 μ.μ.)

 

«Εκεί έξω είναι η τρέλα, μόλις βγεις από την πόρτα… Δεν μπορείς να σώσεις τους χαμένους! Θα χαθείς κι εσύ!»


Η Ελένη Σκότη είναι μια σκηνοθέτις που δεν χρειάζεται συστάσεις ούτε έχει ανάγκη από επαίνους και αναγνώριση. Είναι ήδη καταξιωμένη μέσα από τις δεκαετίες της συστηματικής της δουλειάς στο θέατρο που μόνο επιτυχίες μετράει τόσο χάρη στις εξαιρετικές επιλογές δραματικών κειμένων που κάνει όσο και μέσα από το ταλέντο και τη μετριοφροσύνη που την χαρακτηρίζουν. Όσο απλή και αθόρυβη είναι ως άνθρωπος τόσο μεγαλουργεί σκηνοθετικά. Είναι αυτό που ακούμε συχνά να λένε οι καλλιτέχνες «προτιμώ να μιλάω μέσα από τα έργα μου…»

Έχοντας η ίδια στενή σχέση με τις Η.Π.Α. εφόσον έχει διαβιώσει εκεί, δείχνει να κατέχει καλά το υλικό πάνω στο οποίο αποφάσισε να εργαστεί εφέτος τον χειμώνα. Πρόκειται για το εξαιρετικό κείμενο με οκτώ χαρακτήρες φέρον τον τίτλο Το ψέμα του μυαλού του συγγραφέα Σαμ Σέπαρντ, ο οποίος αν και ισοδύναμος σχεδόν των άλλων μεγάλων του θεάτρου του 20ου αιώνα στην Αμερική, παραμένει λιγότερο γνωστός στο ελληνικό κοινό. Το κείμενό του, ένα αληθινό αριστούργημα που χωράει μεγάλη ανάλυση και συζήτηση, εστιάζει πάνω στην παρακμιακή πλευρά της πατρίδας του και σε ένα σημαντικό – χαρακτηριστικό μέρος πολιτών θα έλεγε κανείς, διαχρονικό, σταθερό και παγιωμένο. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία, με βάση κιόλας την τρέχουσα πραγματικότητα, ότι αυτά τα πρόσωπα εξακολουθούν να υφίστανται μολονότι το έργο γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Εθνικιστές, με τη σημαία της χώρας στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ως κάτι το ιερό που τους συνοδεύει και τους διακρίνει (ακόμα και πάνω στο τζάκετ που βρίσκει ο Μάικ από τον πατέρα του), παράλογοι, εμμονικοί, βίαιοι, χωρίς μέλλον, απελπισμένοι, αδιέξοδοι.

Είναι βασικό στοιχείο της γραφής του Σαμ Σέπαρντ η αποδόμηση και η καταβαράθρωση της αγίας αμερικανικής οικογένειας. Όσοι σχολιάζουν το συγκεκριμένο έργο κάνουν λόγο για σήψη του αμερικανικού ονείρου που ναυαγεί μέσα από δύο οικογένειες ουσιαστικά διαλυμένες που εντούτοις τα υγιή πνευματικά τους μέλη πασχίζουν να κρατήσουν ενωμένες.

Είναι εντυπωσιακό λοιπόν πώς ενώ και στις δύο οικογένειες που παρουσιάζονται εδώ υπάρχουν πρόσωπα χωρίς καμιά ψυχική υγεία που μετεωρίζονται μεταξύ παράνοιας και στοιχειώδους λογικής μέσα από στιγμιαίες εκλάμψεις διαύγειας, συνάμα δρουν και μέλη που πατούν γερά στα πόδια τους, βλέπουν την αλήθεια ωστόσο παραμελούν τον εαυτό τους και αποφασίζουν να μείνουν δίπλα στους συγγενείς τους για να τους βοηθήσουν όσο μπορούν και όσο τους αφήνουν και εκείνοι.

Έτσι, «το ψέμα του μυαλού» εκφέρεται μέσα από την παραποίηση της αλήθειας, την τρέλα, την απόκρυψη των πραγματικών γεγονότων, την αποφυγή της πραγματικότητας, τις εμμονές, τα ψυχολογικά προβλήματα που γεννούν την παράφραση των λεγομένων και των πράξεων, τα μυστικά, την αρρώστια του μυαλού που προκαλείται από κληρονομικούς λόγους ή από χτύπημα – ασθένεια στο κεφάλι, τη ζωή στο περιθώριο σε μια επαρχία όπου οι κάτοικοι επιβιώνουν με τους δικούς τους όρους. Σύγχυση, βία, πλάνη, σκληρότητα και αποφάσεις λες και δεν υπάρχει αύριο όπως και μάταιες προσπάθειες για υποστήριξη είναι τα σημεία που διακρίνει κανείς στους ανθρώπους αυτούς. Ακόμα και το λίπος από κουνάβι που ζητάει κάθε λίγο ο Μπέιλορ από τη Μέγκι για τα ταλαιπωρημένα του πόδια είναι προϊόν για τις μπότες, κάτι που ο άντρας αυτός αγνοεί και μαθαίνει παραδόξως εκ των υστέρων από τη σαλεμένη Μέγκι.



Η βία δεν έχει τέλος, μεταδίδεται, σχεδόν κληροδοτείται από τον πατέρα στον γιο, το αλκοόλ καθιστά εξαρτημένο ένα άτομο και το ωθεί να φύγει από το σπίτι του, η δίψα για εκδίκηση μέσα από τον εξευτελισμό του άλλου γίνεται ανάγκη ενώ ένας γιος πάλι παραμένει φιλοξενούμενος του πατέρα του παρότι ενήλικας εφόσον διαμένει στο σπίτι εκείνου που ορίζει τους κανόνες. Ένας άνθρωπος που ζει στην επαρχία μακριά απ’ όλους παραμένει άγριος και άξεστος και πολύ θα ήθελε να ήταν ακόμα πιο αγρίμι χωρίς οικογένεια και βάσανα κυνηγώντας αντιλόπες. Αυτός ο ίδιος πατέρας δεν θα δώσει το παρών στον γάμο της κόρης του διότι δεν συμφωνεί και θα προτιμήσει να πάει για ψάρεμα, θα κυνηγήσει ελάφια χωρίς όμως να τρώει το κρέας τους, θα προτρέψει τον γιο του να κάνει το ίδιο για να κάνει κάτι χρήσιμο, όπως ο ίδιος λέει. Και τέλος, θα πυροβολήσει όποιον εισβάλει στο κτήμα του καθώς έχει κάθε δικαίωμα να το κάνει χωρίς καν να σιγουρευτεί πως δεν πρόκειται για άνθρωπο.

Το ζήτημα της απόδοσης της δικαιοσύνης ξεχωρίζει μέσα από τις ευάριθμες θεματικές που θίγει ο Σέπαρντ. Είναι απορίας άξιο πώς η Μπεθ που δέχεται ακραία κακοποίηση από τον άντρα της Μάικ δεν αποτείνεται στις Αρχές και δεν του υποβάλλει μήνυση. Όπως και κανείς από την οικογένειά της. Παρά μόνο ο αδερφός της τον ταπεινώνει και τον βάζει να ζητήσει γονυπετής συγγνώμη. Είναι επίσης αξιοπερίεργο πώς ο Μάικ δεν φοβάται ότι θα συλληφθεί για ό,τι έκανε ενώ η μητέρα του που έτσι κι αλλιώς ζει στο ψέμα και ως προς τον τρόπο θανάτου του άντρα της δεν ανησυχεί καθόλου για τις πράξεις του γιου της. Ο έτερος μόνος γιος της ταξιδεύει για να επισκεφθεί την Μπεθ και να δει αν ζει! Αυτός πάλι, λαβωμένος από την καραμπίνα του πατέρα της Μπεθ ούτε καν περνάει από το μυαλό του να πάει στην αστυνομία αφού και όταν καταφέρει να ξεφύγει ενώ ο θύτης του τού τονίζει ότι ο τελευταίος δικηγόρος που τόλμησε να εμπλακεί σε υπόθεση της περιοχής είχε κακό τέλος… Ένας μικρός φόβος ωστόσο τον διέπει, έστω και επιφανειακός, τη στιγμή που δηλώνει ότι είναι «πολύ μεγάλος για να πάει φυλακή».

Είναι αναμφίβολα πολύ απαιτητικό το εγχείρημα της σκηνοθεσίας ενός πολυπρόσωπου έργου. Και μάλιστα με χαρακτήρες διαταραγμένους που πρέπει να πείσουν το κοινό για την έλλειψη της λογικής τους και την παρανόηση της αλήθειας. Μα και οι υπόλοιποι δρώντες δεν πάνε πίσω σε δυσκολία. Αυτοί που (υπο)μένουν και δεν φεύγουν, αυτοί που φωνάζουν μα δεν εγκαταλείπουν παρότι απαξιώνονται συστηματικά, απορούν και ωρύονται αλλά είναι στο πλευρό των δικών τους, δίπλα σε κάθε τρέλα τους, υποφέρουν μαζί τους, ανεβαίνουν παρέα την ανηφόρα του παραλογισμού τους όπως η Σάλι με τη μητέρα της που την παίρνει μαζί της σχεδόν στο «άγνωστο με βάρκα την ελπίδα», σε ένα χωριό της Ιρλανδίας σε περίπου άγνωστους μακρινούς συγγενείς, αφού πρώτα μπει φωτιά στο σπίτι στο οποίο δεν θα ξαναγυρίσουν ποτέ προσφέροντας με τον τρόπο αυτό και ένα απολαυστικό θέαμα στους γείτονες που θα το βλέπουν να φλέγεται.

Αν και το έργο δεν φοράει άρωμα διδακτισμού, ωστόσο είναι προφανές ότι ο Σέπαρντ σχεδόν κραυγάζει υπέρ της αλήθειας και της αναγνώρισης αυτής και της αποδοχής της, ειδεμή ένας άνθρωπος είναι αδύνατον να επιβιώσει και να πορευθεί μέσα στο ψέμα.

Πρόκειται για μια πολύ αξιόλογη παράσταση, προσωπικά την συστήνω ανεπιφύλακτα, εδώ έχουμε αληθινό θέατρο, ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο, μια σκηνοθετική ενορχήστρωση που γοητεύει (παράλληλη δράση, ηχητικά στην εναρκτήρια σκηνή, αξιοποίηση της σκάλας απ’ όπου εμφανίζονται η μητέρα και η αδερφή του Μάικ) σκηνικά και κοστούμια προσεγμένα που μας μεταφέρουν όντως στις περιοχές όπου λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα (π.χ. τα θηράματα) και οκτώ υποκριτές που δένουν εξαιρετικά μεταξύ τους παράγοντας μια παράσταση που δεν πρέπει κανείς θεατρόφιλος να χάσει. Μοναδική η ερμηνεία της Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη ως Μέγκι, μητέρα της Μπεθ. Είναι το άτομο που ταυτίζεται με αυτό που θα πει «αγάπη» σύμφωνα με την κόρη της, δεν αντέχει την ένταση, ασφαλώς δεν διαθέτει ψυχική ισορροπία, πιθανότατα κληρονομιά από τη μητέρα της, υπηρετεί τον Μπέιλορ πιστά σχεδόν υποτακτικά όμως έχει και το θάρρος να του εναντιωθεί γιατί σκοτώνει αθώα ζώα ή να τον προτρέψει να φύγει από το σπίτι αφού εκείνος δεν περνάει καλά με την οικογένειά του με τη διαβεβαίωση ότι μπορεί να φροντίσει ο καθένας τον εαυτό του. Εξαιρετικός ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης ως Μάικ που μαστίζεται από το ψέμα του μυαλού επίσης, κακοποιεί την Μπεθ επειδή φαντάζεται ανυπόστατα προφανώς τέρατα, οδηγεί στο παρελθόν τον πατέρα του στην καταστροφή, απαιτεί ομερτά από τη Σάλι αλλά και μόνος του διαλέγει να πάει στο σπίτι της Μπεθ για να αυτό-τιμωρηθεί τρόπον τινά.



Ο Μελέτης Γεωργιάδης πολύ δυνατός ως Μπέιλορ πατέρας και σύζυγος που αγαπά την άγρια δύση και προτιμάει τη μοναξιά μα και που ηγείται αυταρχικά μιας οικογένειας στα όρια της κατάρρευσης, η Κατερίνα Γιαμαλή ως μάνα τριών παιδιών και χήρα, που αγνοεί τις ακριβείς συνθήκες θανάτου του συζύγου της και παραμερίζει τα άλλα της παιδιά για να φροντίσει το πιο αδύναμο αδικώντας συστηματικά την κόρη της Σάλι, πείθει απόλυτα για την παρανοϊκή μητέρα που φτιάχνει δυναμωτικές σούπες από μπρόκολο και παρασύρει την κόρη της στην Ιρλανδία χωρίς κανένα εχέγγυο, ο Ορέστης Τζιόβας ως ο γιος μιας οικογένειας που έχει ανάγκη από προστασία, ιδίως η Μπεθ, και επιβάλλει μια δική του δικαιοσύνη στην κακοποίησή της, λογικός αλλά αδύναμος και ακόμα υπό την εξουσία του πατέρα του, συμπεραίνει ότι ο Μάικ είναι ο γιος που τους πρέπει πολύ περισσότερο από τον ίδιο, πολύ καλός και αυτός στον ρόλο του, η Ήβη Νικολαΐδου ως Σάλι, ο Βαγγέλης Αμπατζής ως Φράνκι και η Μαρία Δαμασιώτη ως Μπεθ, οι τρεις πιο νέοι ηθοποιοί του θιάσου ερμήνευσαν σωστότατα τους χαρακτήρες που τους ανατέθηκαν, τους έχω ξαναδεί και τους τρεις στο θέατρο (170 τετραγωνικά, Και εφύτευσεν ο Θεός παράδεισον, Λέμονγκρας αντίστοιχα) είναι ταλαντούχοι και θεωρώ ότι έχουν μέλλον στον χώρο αυτό.

Η διαφορά της Ελένη Σκότη από τους άλλους καλούς σκηνοθέτες είναι ότι αντιλαμβάνεται την ατάκα/σκηνή – κλειδί του έργου και την αποδίδει αριστοτεχνικά. Μια ατάκα/σκηνή που σηκώνει όλο το βάρος του δραματικού κειμένου και συμπυκνώνει το νόημα της υπόθεσης. Στο εν λόγω έργο η στιγμή που στο τέλος ο πατέρας της Μπεθ διπλώνει με ευλάβεια και εξαιρετική προσοχή με τη βοήθεια της γυναίκας του τη σημαία της χώρας του – υπέρτατο σύμβολο – τονίζοντάς της πως δεν πρέπει να ακουμπήσει επ' ουδενί στο πάτωμα. Κι αυτό ενώ γύρω του καίγονται τα πάντα εν μέσω μιας μέρας που χιονίζει... Μια σαγηνευτική αντίθεση στην τελευταία σκηνή.

 

 

Λοιποί συντελεστές:

Σκηνικά, συνεργάτης σκηνοθεσίας: Γιώργος Χατζηνικολάου

Κοστούμια: Γιώργος Χατζηνικολάου, Μαρία Αναματερού

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Κίνηση: Μαργαρίτα Τρίκκα

Μουσική & Sound design: Άγγελος Αγγελίδης

Φωτογραφίες: Γιώργος Χατζηνικολάου

Βοηθοί σκηνοθέτιδος: Μαρίνα Δημητριάδη, Εβελίνα Μαντή, Θαλασσινή Μπιτσάνσκι

Σχεδιασμός οπτικής ταυτότητας: Ιωάννης Κ. Τσίγκας

Τρέιλερ παράστασης: Στέφανος Κοσμίδης

Social Media: Loox Media

Επικοινωνία-Προβολή στα Μ.Μ.Ε: Ανζελίκα Καψαμπέλη

Βοηθός παραγωγής: Μαρία Φιλοπούλου

Διεύθυνση Παραγωγής: Μαρία Αναματερού

Παραγωγή: Ομάδα Νάμα

Trailer: https://www.youtube.com/watch?v=SsmG1b5ao7Y

Comments