ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: ΕΝΤΟΣ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΥ

 


εντός περιθωρίου

ένα συγκινητικό, βαθιά ανθρώπινο έργο με δύο χαρακτήρες 

Tης Χριστίνας Λαμπούση

 

Θέατρο «Μικρό Γκλόρια» - Ιπποκράτους 7, Αθήνα

 

Σκηνοθεσία: Μαριτίνα Πάσσαρη

Ερμηνεύουν οι καλλιτέχνες:

Μαριλένα Μακρή, Δημήτρης Μπικηρόπουλος

 

Αναλύει η Μαρίνα Αποστόλου την παράσταση της Κυριακής 15 Μαρτίου 2026 (στις 6.00 μ.μ.)

 

«-Χάδια τώρα στην ηλικία μας;

-Δεν έχουμε δέρμα εμείς; Τον πόνο πώς τον νιώθουμε;»

 

Αυτή τη φορά θα ξεκινήσω από ένα ποίημα του πολυαγαπημένου μου ποιητή Χρίστου Λάσκαρη που θυμήθηκα με αφορμή την εν λόγω παράσταση:

 

Ο χρόνος φοβερός

Δεν αστειεύεται, νέε μου, ο χρόνος.

Ούτε πού θα το καταλάβεις

πώς θα βρεθείς “εκτός ζωής”.

 

Δύο ηλικιωμένοι άνθρωποι, ένας άνδρας και μια γυναίκα, ο Μάκης από το Γεράσιμος και η Κατερίνα συναντιούνται στην αυλή ενός οίκου ευγηρίας. Η Κατερίνα έχει μόλις φθάσει, κρατάει τη βαλίτσα της στην αγκαλιά της σαν μωρό και επιμένει ότι δεν μένει εκεί και πως τα παιδιά της θα έρθουν να την πάρουν. Αυτό όμως δεν γίνεται ποτέ και οι δύο κύριοι χτίζουν μεταξύ τους μια πολύ δυνατή σχέση. Εξάλλου, τα σημεία που τους ενώνουν είναι πολυάριθμα: μεγάλη ηλικία, συγκατοίκηση στον οίκο, όχι σθεναρά οικονομικά, κακή σχέση με τα παιδιά τους, μοναξιά.

Τα δύο πρόσωπα δείχνουν σαν να γνωρίζονται από καιρό, από τα νιάτα τους. Δεν συναναστρέφονται απλά ο ένας τον άλλον για να γεμίσουν τις ατελείωτες ώρες τους στο γηροκομείο αλλά μοιάζουν να επικοινωνούν βαθιά και ουσιαστικά, με κατανόηση και αλληλοϋποστήριξη. Κυρίαρχο το ζήτημα της μνήμης που εκφέρεται ποικιλοτρόπως: τόσο από τις ιστορίες που αφηγείται ο Μάκης από το καφενείο που διατηρούσε και τον πατέρα του που τον ήθελε αστυνομικό όσο και από τις μνήμες της Κατερίνας που δεν ξεχνά τον Πέτρο, τον αγαπημένο της αδερφό αλλά και από τις αρχές άνοιας στις οποίες βρίσκεται η γλυκιά αυτή κυρία. Πότε ρωτάει κάτι που είχε πληροφορηθεί μόλις την προηγούμενη ημέρα και πότε αρέσκεται να υβρίζει.

Οι παράμετροι της τρίτης ηλικίας που συζητιούνται στο έργο της Χριστίνας Λαμπούση είναι γνώριμες: ο θάνατος, η εγκατάλειψη, η σταδιακή απώλεια της μνήμης, η σύγχυση, οι φίλοι που φεύγουν, τα παιδιά που μεγαλώνουν και «έχουν τις δουλειές τους» και δεν βρίσκουν χρόνο για τους γονείς και όταν τους ανταμώσουν πάλι τους παραχωρούν μια αποθήκη για υπνοδωμάτιο ενώ όταν τους προσφέρουν σούπα ως φαγητό το κάνουν με ύφος επιτακτικό σαν να διατάζουν και θέλουν απλά να τελειώνουν με την υποχρέωση αυτή, η ανάγκη για παρέα και επαφή, για μια βόλτα έστω κι αν αυτή είναι ένα πικ – νικ με λίγο κρασί στον κήπο του οίκου ευγηρίας. Επιπλέον, η αλλαγή στην εξωτερική εμφάνιση (ο Μάκης ήταν πιο ψηλός… είχε μαλλιά βέβαια), η αγάπη που όλως τυχαίως εκφράζεται όταν κάποιος πεθαίνει και όχι όσο είναι εν ζωή, η αυτοκριτική για τα λάθη του παρελθόντος, οι πληκτικοί σύζυγοι, η σχέση με τα παιδιά μας που είναι το μόνο που μένει «εις το πηλίκον» στο τέλος.

Ένας άνθρωπος δεν παύει να υπάρχει ως οντότητα και να έχει λιγότερα δικαιώματα επειδή μεγαλώνει. Έννοιες όπως το φλερτ και η σχέση με το αντίθετο φύλο δεν εξαφανίζονται επειδή κάποιος δεν είναι πια νέος. Έτσι, η Κατερίνα θα προτρέψει τον νέο της φίλο σε μασκάρεμα στις αποκριές, θα χορέψει μαζί του και θα καταρρεύσει όταν μάθει πως εκείνος φεύγει από τον χώρο. «Πάντα υπάρχει παρόν όσο ζούμε» ακούμε να λέγεται στο έργο με την πρόταση αυτή να συμπυκνώνει όλο το νόημα της υπόθεσης. Όσο ένας άνθρωπος είναι ζωντανός, απλά έχει ζωή, θέλει να αισθάνεται και να περνάει όμορφα, το δικαιούται, το επιζητά. Σημαντικό επίσης είναι και το θέμα της αποδοχής που τονίζεται στο έργο: ο Μάκης δέχεται την Κατερίνα γι’ αυτό που είναι, όπως είναι, καθότι δεν φταίει εκείνη που ξεχνάει. Και είναι πάντα παρών για να την ακούσει. Η αποδοχή του Άλλου είναι και η βάση της αγάπης, το θεμέλιο της σχέσης με ποιότητα και προοπτική. Το ίδιο ισχύει και για τον Μάκη: πλέον η αγάπη και η αναγνώρισή του ως άντρα δεν στηρίζεται αποκλειστικά όπως παλιά στις σαρκικές του επιδόσεις.

Μια τρυφερή παράσταση για όλες τις ηλικίες εφόσον το σώμα μπορεί να αλλάζει αλλά η ψυχή μένει κατά βάση η ίδια.

Δύο υπέροχοι ηθοποιοί, η Μαριλένα Μακρή και ο Δημήτρης Μπικηρόπουλος αναλαμβάνουν αυτούς τους δύο τρυφερούς ρόλους και όχι μόνο τους ενσαρκώνουν αλλά και τους αναδεικνύουν με μαεστρία μέσα από την πείρα που διαθέτουν στην υποκριτική τέχνη αλλά και το προφανές μεράκι τους για τη σκηνή. Παραστατικότατοι, όχι απλά πειστικοί, αυθεντικοί, φυσικοί, μεταμορφώνονται στους ανθρώπους που ζουν γύρω μας, συχνά μέσα σε τέτοιου τύπου δομές, πιο ξέχωρες, όπου η ζωή λαμβάνει μια άλλη μορφή εξελικτικά και μόνο ένας όμοιός σου μπορεί να σε καταλάβει αλλά και να σε βοηθήσει τόσο με το να γίνει η παρηγοριά σου όσο και με το να σου δώσει θάρρος.

Η σκηνοθεσία ανήκει στην πολύπειρη Μαριτίνα Πάσσαρη, τι να πρωτοπώ για το βιογραφικό αυτής της σκηνοθέτιδος, όποιος καταπιάνεται με το θέατρο δεν μπορεί να μην ξέρει την πλούσια δράση της στον χώρο και μέσα από τη γραφή της επίσης.

Ωραία και τα props της παράστασης με κορυφαία την κούκλα της Κατερίνας, τη Ρηνούλα, την οποία κρατά και χαϊδεύει σαν μικρό κοριτσάκι.

 

Ακόμα κι όταν σου μένουν δυο - τρεις μέρες για να ζήσεις, έχεις μέλλον!

Ξένια Καλογεροπούλου

 

Λοιποί συντελεστές:

 Σκηνικά – Κοστούμια: Χαρά Κονταξάκη

Σχεδιασμός φωτισμού: Λεωνίδας Φουντούλης

Μουσική επιμέλεια: Μαριτίνα Πάσσαρη – Χριστίνα Λαμπούση

Κατασκευή σκηνικού: Νίκος Δεντάκης

Φωτογραφίες: Υπατία Κορνάρου

Trailer: Αρέθα Βασιλείου – Τηνιακού

Σχεδιασμός αφίσας και banner: Ζωή Παναγιωτοπούλου

Υπεύθυνη επικοινωνίας: Βάσω Σωτηρίου – We Will

Παραγωγή: ΕΩΣ Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία

Υπεύθυνες παραγωγής: Λία Κίκερη – Μαρία Απατσίδου

Trailer: https://www.youtube.com/watch?v=pey8nlwu9lM

Comments