ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ
ΤΟ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ
Η ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ
Δημοτικό Θέατρο Πειραιά «Σκηνή Ωμέγα»
Σκηνοθεσία: Λίνα Φούντογλου
Ερμηνεύουν
οι καλλιτέχνες:
Άγγελος
Παππάς
Πέννυ
Σακελλαριάδη
Λίνα
Φούντογλου
Αλέξανδρος
Χούντας
Αναλύει η Μαρίνα Αποστόλου την τελευταία παράσταση της
Κυριακής 1 Μαρτίου 2026 (στις 7.00 μ.μ.)
|
«Η
ζωή είναι μια φυλακή… Η θέρμανση κοστίζει ακριβά… Η μνήμη είναι κακός σύντροφος…
σ’ αφήνει στην πορεία για το τίποτα» |
Απαιτείται πραγματικά σπουδαίο
συγγραφικό τσαγανό και επιδεξιότητα για να γράψει κανείς θέατρο του παραλόγου
και ακόμα μεγαλύτερη θεατρική, σκηνοθετική και υποκριτική μαεστρία για να
ανεβάσει κανείς το συγκεκριμένο (μη εμπορικό) είδος στη σκηνή, ιδίως στην εποχή
μας, την τόσο πολυφωνική με αναρίθμητες παραστάσεις να κατακλύζουν μικρές και
μεγάλες σκηνές στην Αθήνα και τις επτά ημέρες της εβδομάδας. Ο λόγος για το όχι
γνωστό στο ευρύ κοινό θεατρικό έργο Το ξενοδοχείο Η νύχτα που πέφτει του
Νάνου Βαλαωρίτη, γραμμένο ωστόσο στα γαλλικά.
Το να συλλάβει ένας δραματουργός
ένα έργο ρεαλισμού ακόμα και σκληρού ρεαλισμού που κατά κανόνα ασκεί μια
ιδιαίτερη σαγήνη στους θεατές χάρη στις ανατροπές, τις απρόσμενες εκπλήξεις και
τις σκληρές συγκρουσιακές καταστάσεις του, ίσως να μην είναι τόσο φοβερό ή τόσο
πρωτότυπο, απεναντίας είναι ελκυστικό και υπόσχεται γεμάτα καθίσματα στην
πλατεία. Το θέατρο του παραλόγου εντούτοις δεν ερεθίζει το κοινό μέσα από τις εντάσεις
και τη βία του αλλά απαιτεί από εκείνο μια διαρκή εγρήγορση ως προς την παρακολούθηση
εφόσον ο λόγος (η λογική) δεν επικρατεί αλλά πασχίζει να αναβλύσει από την κάθε
λέξη που επιζητά τη δική της ερμηνεία, την κάθε ατάκα που φέρει τη δική της μοναδική
αξία, τον κάθε διάλογο που δεν συνδέεται αυστηρά νοηματικά ακριβώς με τον προηγούμενο.
Στο θέατρο του παραλόγου το
παιχνίδι με τις λέξεις είναι πρόκληση και μέθη μαζί, ο θεατής δεν δικαιούται να
εφησυχάσει λεπτό, κάθε άλλο καλείται να διεισδύσει στο αλλόκοτο σύμπαν που του
συστήνει ο συγγραφέας και να κολυμπήσει μέσα στην ταραγμένη θάλασσά του. Το
θέατρο του παραλόγου είναι ένας δύσκολος αντίπαλος, τίποτα δεν είναι σίγουρο,
τίποτα σαφές και δεδομένο. Ο θεατής συμπράττει για να κατανοήσει τις ιδέες του,
για να αφουγκραστεί την αγωνία που αυτό εκπέμπει, δεν γίνεται να είναι
παθητικός και απαθής.
Ο Νάνος Βαλαωρίτης, γνωστός κυρίως
για την ποίησή του, αφήνει ως παρακαταθήκη το εν λόγω θεατρικό του έργο και η Λίνα Φούντογλου με τόλμη, γιατί θέλει πολλή τόλμη ένα τέτοιο
εγχείρημα, το παρουσιάζει στο κοινό μέσα από τη δική της σκηνοθετική της ματιά. Πολύ
σημαντικό, να σημειωθεί βεβαίως και αυτό, η συμβολή θεωρητικού επιστήμονα στο
τελικό αποτέλεσμα, συγκεκριμένα της Εύης Προύσαλη. Προσωπικά, πιστεύω ότι κάθε
παράσταση χρειάζεται δραματολόγο εάν ενδιαφέρει η ποιοτική απόδοση του
κειμένου.
Ένα νεαρό ζευγάρι καταφθάνει σε ένα
απόκοσμο ξενοδοχείο. Ο παράξενος ξενοδόχος που τους παραδίδει το δωμάτιό τους,
ένα πρόσωπο που ομοιάζει με φαντασματική παρουσία, τούς ενημερώνει για την
έλλειψη κάθε άνεσης στον χώρο και τους καλεί να συμβιβαστούν. Επιπλέον, τους προειδοποιεί
πως το κτήριο είναι σαθρό και θα γκρεμιστεί με αποτέλεσμα τον θάνατό τους ενώ
οι φωνές τους οφείλουν να είναι σταθερά σιγανές ή και ανύπαρκτες.
Σ’ αυτό το πνιγηρό περιβάλλον, το
ασφυκτικό δωμάτιο χωρίς παράθυρα και θέρμανση που ομοιάζει με μπουντρούμι, ο Ν.Β.
τοποθετεί τα δύο βασικά πρόσωπα της ιστορίας του τα οποία θα παλέψουν να γνωριστούν
μεταξύ τους και να αυτοπροσδιοριστούν. Διαχρονικά το θέατρο ασχολείται με την
ταυτότητα του ανθρώπου, την ανάγκη του να μάθει και να ανακαλύψει τον ίδιο του
τον εαυτό, κάτι το οποίο επιτυγχάνεται συνήθως μέσα από τη σχέση του με τον
Άλλον. Ο στενός αυτός περιορισμένος χώρος με μια τρύπα κιόλας στον τοίχο (για την οποία ευθύνονται οι πελάτες στο τέλος αν δεν εγκαταλείψουν!) είναι το τέλειο περιβάλλον εγκλεισμού
που εξυπηρετεί τον σκοπό της γνωριμίας των δύο νέων ανθρώπων. Στο πλαίσιο αυτής
της πάλης του μυαλού και δύο συμμετεχόντων, η φιλοσοφία θα έχει την τιμητική της
ενώ δεν θα λείψει και η αναζήτηση της αλήθειας που είναι σαφώς ασχημότερη του
ψέματος. Οι δύο χαρακτήρες θα εκφράσουν την αγωνία τους για το άγονο της ύπαρξης,
θα ανταλλάξουν προσβολές και απειλές, θα χορέψουν, θα επιδοθούν σε παιχνίδι
εξουσίας. Επίσης διαχρονικά το θέατρο αρέσκεται να μελετά τις σχέσεις εξουσίας
μεταξύ των ανθρώπων. Ο άντρας θα υποδυθεί το «σκυλάκι» της κοπέλας, θα πέσει
στα τέσσερα, θα γαβγίσει, θα δεχθεί να φορέσει λουρί και φίμωτρο, θα υποστεί το
μαστίγιο. Η φιλοσοφική διάθεση και η ζωηρή υπαρξιακή αναζήτηση δεν σταματούν. Ο
ένας θέτει ερωτήματα στον άλλον ενώ αμφότεροι συμπεραίνουν: «Διακινδυνεύουμε να
καταλάβουμε τα πάντα αν κοιταζόμαστε πολλή ώρα» (κι αν αυτό γίνει, ποιο το
ενδιαφέρον της διάδρασης και συνύπαρξής μας;) «Ο κόσμος είναι μεγάλος και
μικρός… παντού συναντάς τον όμοιό σου…», «Αφού σε πληγώνει, γιατί θες να μάθεις
περισσότερα γι’ αυτό;»
«Είμαστε ΕΔΩ για να
βρούμε ΚΑΤΙ», ακούμε στην παράσταση. «Είμαι ΕΔΩ για να γνωρίσω ΕΜΕΝΑ. Θέλω από
σένα μια ταυτότητα. Πες μου τι νιώθεις όταν με κοιτάς; Με ποθείς; Είμαι ικανή
να εξαφανιστώ και να μην αφήσω ούτε ίχνος πίσω μου. Η εξαφάνισή μου θα είναι
για σένα ένα σημάδι αποκάλυψης. Θα σέρνεσαι στα πόδια μου σαν ένας τίγρης
εξημερωμένος…».
Κι όταν η νύχτα τελειώνει και το κτήριο
είναι έτοιμο να καταρρεύσει, το ζεύγος αποχωρεί ευχαριστημένο για την
εμπειρία του ακόμα κι αν αυτή ήταν επώδυνη ψυχικά.
Μήπως τελικά, οι πιο ωραίες στιγμές
στη ζωή του ανθρώπου ήταν οι «άσχημες»; Όταν πόνεσε αλλά πάλεψε, όταν έζησε
έντονα, όταν αγωνίστηκε ακόμα κι αν έχασε, όταν διήλθε μονοπάτια δύσβατα αλλά
έμαθε;
Στο μεταξύ, παράξενα πλάσματα
φέροντα την όψη ζώων (π.χ. ποντικού όπως ακούμε στο έργο, ένα ζωντανό
συνδεδεμένο άμεσα με το υπόγειο, την υγρασία και το σκοτάδι ή όντων με κέρατα)
διέρχονται μέσα από την ιστορία και όπισθεν των προσώπων που δρουν. [Τα
μυστηριώδη, συχνά ανεξήγητα όντα είθισται να διεισδύουν στο θέατρο του
παραλόγου όπως έχουμε δει και στα έργα του Βασίλη Ζιώγα.]
Τέσσερις ηθοποιοί επί σκηνής, με τους
Άγγελο Παππά και Πέννυ Σακελλαριάδη να κρατούν τους δύο πολύ απαιτητικούς ρόλους
του ζευγαριού, με τον Αλέξανδρο Χούντα – εξαιρετικός στις εκφράσεις του – να παίζει τον ξενοδόχο και επίμονο, χαμένο όμως επιτηρητή
αλλά και τη σκηνοθέτιδα να έχει στο τέλος τον ρόλο της επιτηρήτριας (που τελικά
είναι η γυναίκα του επιτηρητή), με πεντακάθαρη άρθρωση, εξαιρετική κίνηση και
στάση σώματος όλοι τους, έκαναν το είδος του παραλόγου «φιλικό» και «προσιτό»,
ευχάριστο και όχι κουραστικό, προβλημάτισαν και μετέδωσαν όλη την υπαρξιακή
αγωνία που ταλανίζει τους συγγραφείς αυτής της κατηγορίας.
Προσωπικά, ένιωσα ότι βρισκόμουν
πράγματι σε ένα αφύσικο ξενοδοχείο κάπου μάλλον στη Γαλλία ίσως στις δεκαετίες
του ’50 ή του ’60 ή του «πάντα» με τους χαρακτήρες να είναι αποφασισμένοι να
μην εξέλθουν αν δεν διέλθουν το
στάδιο αυτό.
Συγχαρητήρια στη Λίνα Φούντογλου για την επιλογή του έργου αυτού, που το
επικοινώνησε στο κοινό και του έδωσε σάρκα και οστά με τους πολύ άξιους
συνεργάτες της.
Λοιποί συντελεστές:
Παραγωγή: t-shOrt - Κυριάκος
Χατζημιχαηλίδης
Μετάφραση: Βασιλική Ράπτη, Αγγελική Ασπρούλη
Δραματουργία Παράστασης: Εύη Προύσαλη
Μουσική Σύνθεση: Ιωάννης Βουδούρης
Σκηνογραφική Επιμέλεια: Τάσος Κονταξής
Σχεδιασμός Φωτισμών: Λάμπρος Παπούλιας
Επιμέλεια Κίνησης: Βρισηίδα Σολωμού
Φωτογραφίες Παράστασης - Trailer: Τζωρτζίνα Πιτιανούδη
Φωτογραφίες Προώθησης: Ελένη Σπαθή
Κοστούμια: ChrisP
3D Κατασκευή: Γιώργος Αρώνης
Σχεδιασμός Αφίσας: Creatures Creative Studio





Comments
Post a Comment