ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: ΜΑΖΙ

 


ΜΑΖΙ

του Fabio Marra

 

Θέατρο «Altera Pars»

Μεγάλου Αλεξάνδρου 123, Μεταξουργείο

 

Σκηνοθεσία: Πέτρος Νάκος

Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ

 

Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί: Μίνα Χειμώνα, Ηλίας Τσούμπελης, Αγγελική Κοντού, Xαρά Νικολάου

 

Αναλύει η Μαρίνα Αποστόλου την παράσταση της Κυριακής 9 Μαρτίου 2025 παρουσία του δραματουργού (στις 8.30 μ.μ.)

«-Τι σημαίνει φυσιολογικός; Ντρέπεσαι για την οικογένειά σου και το αδελφό σου; 

-Είσαι χειρότερη από πριν! Ποτέ δεν θα σε διάλεγα για μάνα μου!»

 

Σε ένα πικρόγλυκο, βαθιά ανθρώπινο έργο κοινωνικού ρεαλισμού μας προσκαλεί αυτή τη φορά ένα από τα πολύ αγαπημένα θέατρα του κέντρου της Αθήνας: το υπέροχο «Altera Pars».

Η σκηνοθεσία ανήκει, όπως πάντα, στον πολυτάλαντο και τελειομανή Πέτρο Νάκο ενώ οι ερμηνευτές του είναι λίγο – πολύ γνώριμοι καθότι σταθεροί συνεργάτες του επί σκηνής. Η κ. Χειμώνα που υποδύεται τη μητέρα της οικογένειας, η κ. Κοντού την κόρη, ο κ. Τσούμπελης τον νευροδιαφορετικό γιο και η κ. Νικολάου που κρατάει τον ρόλο της δασκάλας ειδικής αγωγής. Όλοι εξαιρετικοί, πολύ ταιριαστοί μεταξύ τους, ιδιαίτερα συγκινητικοί, προσφέρουν μια παράσταση που αξίζει κανείς να παρακολουθήσει.

Η υπόθεση:

Η Ιζαμπέλα και ο ενήλικος γιος της Μικέλε συγκατοικούν σε ένα μικρό διαμέρισμα στον πέμπτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας στην Ιταλία. Με στενάχωρα οικονομικά και βασιζόμενοι μόνο στη σύνταξη που εισπράττει η μητέρα καθώς ο γιος αδυνατεί να εργαστεί για λόγους πνευματικής υγείας, μάνα και γιος διαβιώνουν οριακά. Τα ήσυχα νερά του σπιτιού τους έρχεται να διαταράξει η θυμωμένη κόρη της οικογένειας Σάντρα, η οποία απουσιάζει από το σπίτι για δέκα ολόκληρα χρόνια. Επιτυχημένη επαγγελματικά, κερδίζει αρκετά χρήματα και έχει έρθει πια η στιγμή να κάνει τη δική της οικογένεια. Ανακοινώνει λοιπόν στη μητέρα της τον επικείμενο γάμο της με τον Ενρίκε. Δεν δέχεται όμως επουδενί να είναι παρών στην τελετή και ο Μικέλε, λόγω της ιδιαιτερότητάς του που της προκαλεί ντροπή. Από το σημείο αυτό, ξεκινούν οι συγκρούσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας ιδίως μεταξύ των δύο γυναικών που διαφωνούν κάθετα ως προς το θέμα της διαχείρισης του γιου. Η Σάντρα παίρνει με πλάγιο τρόπο την επιμέλεια του αδερφού της και τον μεταφέρει σε ίδρυμα εν αγνοία της μητέρας που τον ψάχνει απεγνωσμένα και τελικά τον εντοπίζει μετά την ομολογία της ίδιας της Σάντρα. Όταν έρθουν στην επιφάνεια μυστικά της οικογένειας βαθιά κρυμμένα αναφορικά με το ποιόν του θανόντα πατέρα, η Σάντρα θα αναθεωρήσει τις απόψεις της και θα επανέλθει μετά από μήνες στην εστία τους με την πρόθεση αυτή τη φορά να στηρίξει με αγάπη την οικογένειά της.

Ένας πολύ όμορφος τίτλος:

Μαζί ή στα γαλλικά Ensemble. Σε μια μόνο λέξη ο δραματουργός συνοψίζει, για μένα, το νόημα όλου του του έργου που είναι και η κατάληξή του. Οι τρεις άνθρωποι της οικογένειας, ενωμένοι, αγκαλιασμένοι, αγαπημένοι για να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα της διαφορετικότητας του Μικέλε χωρίς φωνές και αντιδράσεις. Εξάλλου, πότε αντιμετωπίστηκε κάποιο θέμα αποτελεσματικά με κακή πρόθεση και αρνητικότητα, πληγώνοντας ο ένας τον άλλο; Στο δικό μου μυαλό ήρθε και λίγο η γνωστή ρήση «Η ισχύς εν τη ενώσει» αλλά και ο εναλλακτικός τίτλος La vita e dolce με αφορμή τις μεγάλες καραμέλες που είχαν τοποθετηθεί μπροστά – μπροστά στο σκηνικό. Ήταν ένα πολύ όμορφο εύρημα. Υπήρχαν εκεί εξ αρχής και καθόλη τη διάρκεια της παράσταση και όχι ας πούμε μόνο στη σκηνή με τον εορτασμό των γενεθλίων του Μικέλε.

Τα σκηνικά – περίγραμμα της παράστασης:

Άκρως ρεαλιστικά, πολύ εύστοχα, μας μετέφεραν όντως στο μικρό διαμέρισμα της οικογένειας. Και όχι μόνο εκεί. Αλλά και στο γραφείο της Σάντρα που προΐσταται και παίρνει αποφάσεις επιλέγοντας με αυστηρότητα το προσωπικό που θα εργαστεί στην εταιρεία, στο μπάνιο του δικού της σπιτιού όπου ο Μικέλε ετοιμάζεται για το κέντρο φιλοξενίας και τέλος στο κέντρο αυτό όπου ο ίδιος απασχολείται μόνος του στην αίθουσα δραστηριοτήτων με κάποιο παζλ.

Το ίδιο βεβαίως έχω να πω και για τα κοστούμια. Αναδύουν τη μιζέρια της οικογένειας και αντιθέτως τη δυνατότητα της υλικής κατανάλωσης που έχει η Σάντρα (για παράδειγμα τα ακριβά της παπούτσια που προσέχει και σχολιάζει η μητέρα και στη συνέχεια της δίνει η Σάντρα εν μέσω φωνών θεωρώντας εσφαλμένα πως η μητέρα της έμμεσα την φθονεί καθώς εκείνη αδυνατεί να απολαύσει υλικά αγαθά και ακόμα και για τη βαφή των μαλλιών της έχει μετατρέψει τον Μικέλε σε «κομμωτή» της). Η Κλαούντια πάλι, η νεαρή ειδική παιδαγωγός, έχει μια αμφίεση ανάλογη του ρόλου της (ανοιχτά χρώματα, άνετα ρούχα) και της ηλικίας της που δικαιολογεί αυτό που σχολίασε ο δραματουργός στη συζήτηση «elle est pleine de vie» δηλαδή «είναι γεμάτη ζωή».

Οι ερμηνείες των υποκριτών:

Θα αρχίσω βεβαίως από εκείνη του Ηλία Τσούμπελη που υποδύεται τον Μικέλε. Ενσάρκωσε άριστα τον νευροδιαφορετικό ενήλικα τόσο μέσω της ομιλίας και της εκφοράς του λόγου όσου και των κινήσεων του σώματος και των εκφράσεων του προσώπου του. Ήταν ακριβέστατος, καθόλου υπερβολικός, ήταν μετρημένος και προσεγμένος στην παραμικρή λεπτομέρεια του χαρακτήρα που έπαιζε. Από το πώς προκαλούσε τη μητέρα του με το κέρμα από τα ρέστα που έκρυβε, το λευκό πουκάμισο που ήθελε επίμονα να φορέσει για να εργαστεί ως σερβιτόρος, την καφετιέρα που δεν έβγαζε καφέ καθώς δεν της είχε βάλει νερό, από το πώς χτένιζε τα μαλλιά του πριν πάει στο ίδρυμα και πολύ νωρίτερα από το δώρο – έκπληξη που πρόσφερε στη μητέρα του. Η ερμηνεία του ήταν άψογη και πολύ συγκινητική. Ξεχωρίζει πάνω στη σκηνή, του αξίζουν ειλικρινή συγχαρητήρια!

Μέσα στο έργο ακούμε πως ο Μικέλε γεννήθηκε φυσιολογικός και στα πέντε του χρόνια σε ατύχημα που είχε λόγω καβγά μεταξύ του πατέρα του και της Ιζαμπέλα τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να καταστεί ανάπηρος.

Ωστόσο, η όλη του όψη και συμπεριφορά παραπέμπουν έντονα σε άτομο με αυτισμό. Αυτό στοιχειοθετείται από ποικίλα σημεία μέσα στο έργο (εκτός από τη νοητική υστέρηση): α) ηχολαλεί, β) έχει φτωχό λεξιλόγιο, γ) βραδεία γλώσσα δ) χαρακτηριστικά αισθητηριακά θέματα. Θέλει ας πούμε να σπάζει τα μακαρόνια σε μικρά κομμάτια καθότι ο ήχος τον ηρεμεί, του αρέσει ενώ τον βλέπουμε να γλείφει και την οδοντόκρεμα που έχει βάλει στο χέρι του αφού κάηκε από το μάτι της καφετιέρας ε) Εμμονές, επιμένει πολύ σε κάποια πράγματα, παραμένει στην πρώτη καταγραφή μιας πληροφορίας που δύσκολα αλλάζει στ) Φτωχά επίσης επαναλαμβανόμενα ενδιαφέροντα όπως λ.χ. τα αυτοκίνητα Πόρσε  δεν είναι τυχαίο που στο τέλος καταλήγει με τρεις ίδιες μινιατούρες ενώ και το παζλ που παίζει αναπαριστά επίσης ένα τέτοιο αυτοκίνητο, ζ) Δεν του αρέσει η σωματική επαφή με πρωτοβουλία άλλου (βλέπε τη μητέρα του) ο ίδιος όμως σφίγγει δυνατά, πιο δυνατά απ’ ότι πρέπει, τη βρύση μα και την αδερφή του. η) Κυριολεκτική πρόσληψη όσων του λένε αλλά και προκλητική συμπεριφορά. θ) Τάση για απομόνωση (βλέπε μοναχικότητα στο ίδρυμα)

  • Το σχόλιο αυτό το παραθέτω διότι ένα άτομο γεννιέται αυτιστικό και δεν γίνεται στην πορεία της ζωής του.

Θα εξακολουθήσω με την ερμηνεία της Μίνας Χειμώνα που ήταν κάτι παραπάνω από πειστική στον ρόλο της μητέρας, χήρας και πρώην κακοποιημένης γυναίκας. Μια φτωχή γυναίκα που αγωνίζεται να τα βγάλει πέρα, μετράει και υπολογίζει την πενιχρή της σύνταξη, παίζει ακόμα και ξυστό μήπως σταθεί τυχερή και αγοράσει την τσάντα που κοιτάζει στη βιτρίνα και αδυνατεί να αποκτήσει. Είναι προστατευτική με τον γιο της, τόσο που δεν παραδέχεται τη διαφορετικότητά του και έτσι αρνείται και το χρηματικό επίδομα που θα μπορούσε να εισπράττει νόμιμα και να ανακουφίζεται και η ίδια οικονομικά. Διαβιεί σε ένα μικρό διαμέρισμα σε πολυκατοικία χωρίς ασανσέρ και ανεβάζει καθημερινά τα ψώνια αγκομαχώντας με τη βοήθεια του Μικέλε. Κι ενώ δεν παραδέχεται πως ο Μικέλε έχει πρόβλημα, ωστόσο δεν του επιτρέπει να πάει να εργαστεί θεωρώντας τον μη ικανό να το κάνει (έμμεσα δηλαδή αναγνωρίζει την αδυναμία του). Προκειμένου να ακονίσουν το μυαλό τους και εκείνη και ο Μικέλε (πάλι έμμεση παραδοχή της ανάγκης για πνευματική εγρήγορση) αγοράζει σταυρόλεξα με ορισμούς λέξεων που μοιάζουν πιο πολύ με γρίφους παρά με κλασικά παιχνίδια περιοδικών. Οι αντιθέσεις με τη Σάντρα που θέλει τον Μικέλε σε ίδρυμα πολλές και ένα ηθικό σταθερά ακμαίο προκειμένου να παραμένει όρθια για να υποστηρίζει το παιδί της που την έχει ανάγκη. Μια παροιμία λέει: «φροντίζεις το δάχτυλο που πονάει…» και η συγκεκριμένη μητέρα την επιβεβαιώνει απόλυτα χωρίς όμως να μην αγαπάει την κόρη της, στην οποία δεν κρατάει κακία, στον γάμο της όμως χωρίς τον Μικέλε δεν πάει μένοντας πιστή στην απόφασή της. Είναι ταλαιπωρημένη, κουρασμένη, νευρική αλλά και απτόητη. Δεν χαμογελάει ποτέ, όπως παρατηρεί η Σάντρα, κάτι που η τελευταία χρεώνει στον Μικέλε.

Συνεχίζω με την ερμηνεία της Αγγελικής Κοντού που υποδύεται τη Σάντρα. Πρόκειται για μια ηθοποιό όχι απλά δυνατή και με ταλέντο αλλά για μια καλλιτέχνιδα που πάνω στη σκηνή είναι ικανή να υποκριθεί πολλούς και εντελώς διαφορετικούς χαρακτήρες μεταξύ τους. Η Σάντρα τής πηγαίνει πολύ, η συνάντησή τους, θα έλεγα, ηθοποιού και δραματικού προσώπου, είναι μια ευτυχής συγκυρία! Τόσο δικός της είναι ο ρόλος! Στην ερώτηση που της έθεσα μετά το πέρας της παράστασης στη συζήτηση που ακολούθησε με το κοινό, την άκουσα να μου απαντάει πολύ εύστοχα χτυπώντας στο κέντρο του ενδιαφέροντος και δίνοντας ελαφρυντικά στον χαρακτήρα που παίζει τόσο από την άποψη του πατέρα – απόντα που συχνά μυθοποιείται από τα παιδιά που δεν τον γνώρισαν όσο και από την άγνοια των συγκλονιστικών γεγονότων που συνέβησαν όταν ακόμα ήταν στην κοιλιά της μητέρας της. Το γεγονός ότι υποκλέπτει την υπογραφή της μητέρας της για να πάρει την επιμέλεια του Μικέλε και σε συνδυασμό με τα παραπάνω την κάνουν να μεταστρέφεται και να επιστρέφει στην οικία μετανιωμένη και μάλλον έτοιμη για μια νέα αρχή.

Και τελειώνω με τη Χαρά Νικολάου που υποδύεται την Κλαούντια, ένας ρόλος που πραγματικά με έβαλε σε σκέψεις για την ποιότητα των υπηρεσιών των κέντρων ψυχικής υγείας. Παρότι ο δραματουργός την χαρακτηρίζει άνθρωπο γεμάτο ζωή, εγώ εντούτοις είδα ένα πρόσωπο παρορμητικό, φλύαρο σε σημείο αγένειας, πολύ αυθόρμητο και χωρίς καμιά εμπειρία ζωής και εργασίας. Μολονότι δείχνει να αγαπάει τον Μικέλε και να θέλει να του προσφέρει ό,τι καλύτερο μπορεί και στη συνέχεια να εξυπηρετήσει τη μητέρα του που αγωνιά να τον απομακρύνει από το ίδρυμα, η εν λόγω παιδαγωγός πιο πολύ αυτοσχεδιάζει παρά πατάει στέρεα στο επαγγελματικό της έδαφος. Είναι ο μικρότερος ρόλος του έργου αλλά πολύ ξεχωριστός, η Νικολάου τον ενσάρκωσε πολύ σωστά και άφησε ορθά σκόπιμα στο τέλος το ερωτηματικό σχετικά με το παζλ της Πόρσε που έφτιαξε ο Μικέλε: είναι αισιόδοξο το ύφος της ή επικριτικό/ειρωνικό απέναντι στον ασθενή της;

 

Το να μην έχει κάποιος την ψυχική του υγεία και να υστερεί πνευματικά σαφώς τον κάνει διαφορετικό από τον μέσο όρο, ειδικά από τη στιγμή που δεν είναι αυτόνομος. Τι συντηρεί όμως αυτή τη διαφορετικότητα και τη μη αποδοχή της; Τι την διογκώνει και την επεκτείνει; Μήπως η φτώχεια της οικογένειας όπου ανήκει το άτομο με αναπηρία, η έλλειψη δηλαδή οικονομικών μέσων, η άρνηση των γονιών που εξιδανικεύουν τα τέκνα τους, τα κακεντρεχή σχόλια της κοινωνίας (η οικογένεια του Ενρίκε θρησκευόμενη μεν όπως ακούμε αλλά μάλλον δεν θα θέλανε ως νύφη κάποια που κρατάει από οικογένεια με μέλος ανάπηρο, τουλάχιστον έτσι πιστεύει η Σάντρα), ή μήπως απουσία κατάλληλων δομών υποδοχής για τα άτομα αυτά (στο έργο βλέπουμε ότι το κέντρο φιλοξενίας μάλλον δεν είναι και το πιο «φιλόξενο»…);

Μπράβο στον Πέτρο Νάκο για την ενορχήστρωση αυτής της τόσο όμορφης παράστασης! Πάντα αυστηρός με τον εαυτό του, φροντίζει να προσφέρει καλλιτεχνικά προϊόντα υψηλής αισθητικής!


Λοιποί συντελεστές:

Φωτισμοί: Πέτρος Νάκος

Σκηνικά – Κοστούμια: AlteraPars

Mουσική επιμέλεια: Αγγελική Κοντού - Πέτρος Νάκος

Επεξεργασία ήχων: Νίκος Κριτσέλης - Διονύσης Μανιώτης

Κατασκευή σκηνικού: Στέφανος Λώλος

Επικοινωνία: Le Canard qui Parle/lecanardpr@gmail.com

Comments