ΜΕΜΟΡΑΝΤΟΥΜ: ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
ΜΕΜΟΡΑΝΤΟΥΜ
του
Βάτσλαβ Χάβελ
Μετάφραση: Κανέλλος Αποστόλου
Σκηνοθεσία:
Αικατερίνη Παπαγεωργίου
Δραματουργική επεξεργασία: Κωvσταντίνος Ζωγράφος
ΘΕΑΤΡΟ
«ΜΠΕΛΛΟΣ»
Κέκροπος 1, Πλάκα – Ακρόπολη
Παίζουν (αλφαβητικά): Αλέξανδρος Βάρθης, Θανάσης Βλαβιανός,
Τάσος Λέκκας, Αλεξάνδρα Μαρτίνη, Φάνης Μιλλεούνης, Ελίζα Σκολίδη, Ορέστης
Χαλκιάς
Αναλύει η Μαρίνα
Αποστόλου την παράσταση της επίσημης πρεμιέρας την Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2024
(στις 21.00)
Μια εξαιρετικά σκηνοθετημένη παράσταση ενός σπάνιου και
δυσεύρετου θεατρικού έργου. Μια ξεκαρδιστική διακωμώδηση της λειτουργίας και
του πνεύματος γενικά των δημόσιων φορέων και προσωπικά θα προσέθετα και των
κρατικοδίαιτων οργανισμών. Παραλογισμός, δυσκαμψία και φαιδρότητα τα τρία
βασικά χαρακτηριστικά του τρόπου με τον οποίο εργάζονται οι φορείς του δημόσιου
τομέα διαχρονικά και πόσο μάλλον σε μια εποχή και σε μια χώρα όπου τα πάντα
ήταν κρατικά. Το έργο γράφτηκε στην Τσεχία το 1962, μεσούντος δηλαδή του Ψυχρού
Πολέμου με τις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ να πάσχουν από την εσωστρέφεια και τη
συστηματική, διεστραμμένη παρακολούθηση των ύποπτων πολιτών παραμερίζοντας την
ουσιαστική ανάπτυξη και άνθιση των ίδιων των χωρών και των κατοίκων τους. Πόσα
πράγματα έχουν άραγε αλλάξει έκτοτε, τόσα χρόνια μετά με την ψηφιοποίηση κιόλας
των διαδικασιών; Πόσα στοιχεία αναγνωρίζει ο μέσος πολίτης στην παράσταση αυτή
βάσει της εμπειρίας του στις δημόσιες υπηρεσίες και ακόμα περισσότερο πόσα
χαρακτηριστικά εντοπίζει ο μέσος δημόσιος υπάλληλος που εργάζεται επί σειρά
ετών για το κράτος και άρα γνωρίζει εκ των έσω την επικρατούσα συνθήκη; Ας
σχολιάσουμε όμως ένα – ένα τα κομμάτια του καλλιτεχνικού προϊόντος ξεχωριστά:
· Το
δραματικό κείμενο: Η σκηνοθέτρια της παράστασης Αικατερίνη Παπαγεωργίου
ανιχνεύει έργα που δύσκολα γνωρίζει το ελληνικό φιλοθεάμον κοινό. Το ίδιο
ισχύει και για τους καλλιτέχνες του θεάτρου στην Ελλάδα καθώς και για τους θεωρητικούς
του επιστήμονες εκτός βέβαια κι αν έχουν ασχοληθεί ιδιαιτέρως με τη
δραματουργική παραγωγή χωρών που εδώ δυστυχώς παραμένει ακόμα αφανής. Αυτό θα
πει πως δεν αναζητά (πολυπαιγμένα και εξαντλημένα) έργα από τη δύση τόσο πολύ
αλλά, φιλοπερίεργη και ανήσυχη ούσα, έλκεται πότε από τα Βαλκάνια και πότε από
έτερες χώρες της ανατολικής ή της κεντρικής Ευρώπης. Και πράττει ορθά διότι
κατά αυτόν τον τρόπο η επιλογή της αυτή γίνεται η γέφυρα που συνδέει τους
Έλληνες θεατές με ανοίκεια αξιόλογα έργα.
Σε έναν ου τόπο και σε έναν ου
χρόνο, σε μια υπερρεαλιστική κατάσταση που ξεπερνά την πραγματική ζωή αλλά και
από την άλλη πλευρά μέσα από την παραφροσύνη της δεν την αγγίζει μόνο αλλά και
την περιγράφει, οι οργανισμοί του δημοσίου αρχίζουν να χρησιμοποιούν την
παράξενη και οικεία σε πολύ λίγους υπαλλήλους γλώσσα «ΦΕΝΤΕΜ». Η πρωτοπορία
αυτή στηρίζεται και προωθείται πεισματικά από τον υποδιευθυντή του οργανισμού
όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα σε αντίθεση με τον Γενικό Διευθυντή που δείχνει
να μην συμφωνεί εξ αρχής με την εισαγωγή της άγνωστης γλώσσας. Ενέργειες που ο
τελευταίος κάνει με σκοπό το καλό του δημοσίου διογκώνονται, παραφράζονται, ερμηνεύονται
ως δόλιες και εργαλειοποιούνται με αποτέλεσμα εκείνος να εξαναγκαστεί σε
συναίνεση για τη χρήση της ακατάληπτης ΦΕΝΤΕΜ. Στην πορεία τα πάντα θα
ανατραπούν, ο Γενικός Διευθυντής θα υποβαθμιστεί απλά σε παρατηρητή και
καταδότη, στη συνέχεια θα χάσει σχεδόν κάθε ρόλο στον φορέα ενώ η ΦΕΝΤΕΜ, η
γλώσσα που απαιτεί πίστη, μνήμη, ταλέντο και κυρίως γερό στομάχι, θα εκφυλιστεί
και θα αχρηστευτεί όταν θα εξανθρωπιστεί δίνοντας τη θέση της σε μια καινούργια
γλώσσα, εντελώς απλοϊκή, με το όνομα ΚΟΥΡΟΥΚΟΡ. Ξύλινη γλώσσα χωρίς νόημα, φυγόπονοι
υπάλληλοι, παραλογισμός, παραμόρφωση της αλήθειας, αναρμοδιότητες, ασυνέχεια
στη διοίκηση, ανούσιες καινοτομίες που δεν εφαρμόζονται ποτέ και
εγκαταλείπονται αφού όμως έχουν κοστίσει χρήμα και κόπο και έχουν υποβαθμίσει
την ποιότητα ζωής των εργαζομένων αλλά και την υφή των ίδιων των προσφερόμενων
υπηρεσιών ταλαιπωρώντας το κοινό των πολιτών, έλλειψη ορθού υπηρεσιακού προφίλ όπως
και έλλειψη σοβαρότητας στον εργασιακό χώρο, θρασείς υπάλληλοι, υπάλληλοι
φερέφωνα, εργαζόμενοι χωρίς σαφή αντικείμενα απασχόλησης, ράθυμοι και αδιάφοροι,
φαύλοι κύκλοι που δεν οδηγούν σε αποτέλεσμα, χώροι εργασίας που συχνά ομοιάζουν
περισσότερο με παιδότοπους και μέρη διασκέδασης, γελοίος συνδικαλισμός που
απαιτεί όλο δικαιώματα και αντιτίθεται μόνο και μόνο για να παράξει θόρυβο, επαναλαμβανόμενα
μοτίβα που διαιωνίζονται χωρίς ελπίδα θεραπείας. Και τίποτα δεν αλλάζει και
τίποτα δεν γίνεται σαν ένα άλλο μπεκετικό Περιμένοντας τον Γκοντό ακόμα
κι αν έρθουν νέοι να αντικαταστήσουν τους παλιούς διότι είναι τόσο σαθρά τα
θεμέλια και τόσο αυστηρά καθορισμένο το πλαίσιο που κάθε προσπάθεια είναι προεξοφλημένη.
· Η
σκηνοθεσία: Πολύ υψηλής αισθητικής η σκηνοθετική προσέγγιση της Παπαγεωργίου
από την εναρκτήρια σκηνή μέχρι το φινάλε. Αξιοποιεί τον σκηνικό χώρο στο σύνολό
του (για παράδειγμα τη σκάλα του θεάτρου ή μια καρέκλα στο βάθος στα πλάγια
όπου καθίζει ηθοποιό ή ακόμα στην άλλη μεριά στην πλατεία μέσα πλησίον των
θεατών όπου τοποθετεί τους διαμαρτυρόμενους συνδικαλιστές), εντάσσει ηθοποιούς με
προσωπεία που παραπέμπουν σε χορό αρχαίου δράματος που διδάσκει και αφυπνίζει, δίνει
έμφαση και δουλεύει επιμελώς πάνω σε σκηνές που φέρουν ιδιαίτερη βαρύτητα.
Προσωπικά, διέκρινα: α) τη σκηνή όπου οι υπάλληλοι στηλιτεύανε τον Γενικό
Διευθυντή για τα δύο «τρομερά» του λάθη σε αργή κίνηση, β) τα τρία στόματα που
μιλούσαν τα ακατάληπτα φεντεμικά, γ) την τελευταία σκηνή όπου οι εργαζόμενοι
μασούσαν χαρτί, μέγα σύμβολο της γραφειοκρατίας και «τροφή» όσων την υπηρετούν.
· Σκηνικά αντικείμενα
και κοστούμια: Από την αρχή την προσοχή μου τράβηξαν τα πρωτότυπα κοστούμια και
τα σκηνικά αντικείμενα. Επικρατούσα η απόχρωση του γκρι, άριστη δηλαδή επιλογή
για έναν τόσο παράλογο και δυσλειτουργικό κόσμο. Κάθε ένας όμως υπάλληλος έφερε
και έντονα ενίοτε χρώματα εν μέρει, σχεδόν φωσφορίζοντα, πινελιές της αστειότητας
ίσως, του βαθμού ανωριμότητας, σχεδόν παιδικότητας. Τα προσωπεία βεβαίως ήταν
πολύ εύστοχα επιλεγμένα, ιδίως εκείνα με τρεις όψεις που εμφανίστηκαν αργότερα.
Τα πιο σκληρά και τα πιο άγρια. Εντύπωση μου έκανε επίσης και η περούκα της Άννας
που έμοιαζε όντως με φωλιά όπως ακούγεται στην παράσταση αλλά και τα πούρα και
τσιγάρα που έμοιαζαν με πραγματικά αναμμένα είδη καπνιστού. Σπάνια συναντάμε
τόσο επιτυχή props. Εύγε!
· Ο θίασος
φυσικά, οι εκφράσεις του και η κίνησή του: Από τις ελάχιστες φορές τελευταία
που ενώ έχουμε ένα πολυπρόσωπο έργο, δεν έχουμε πολλαπλές διανομές. Κάθε
υποκριτής έχει έναν μόνο ρόλο (εκτός από τη συμμετοχή τους στον χορό βέβαια). Και όλοι τους αποδίδουν τους χαρακτήρες που
παίζουν άψογα. Ο Γενικός Διευθυντής, η Άννα που δεν δουλεύει και όλο ασχολείται
με την εμφάνισή της και τι θα φάνε ενώ δεν βλέπει την ώρα να φύγει, η Ελένη που
θέλει να την αποκαλούν Λέλα, αλλοπρόσαλλη και κατά μία έννοια αθυρόστομη, ο
υποδιευθυντής που γίνεται Γενικός και κινεί τα νήματα λαμβάνοντας αποφάσεις που
δεν καταλήγουν πουθενά, η Μαρία η πιο ρομαντική που θα στηρίξει τον Γενικό αλλά
εκείνος μετά θα την απογοητεύσει κυνικά, ο Βλάσης το βουβό πρόσωπο της υπόθεσης,
ο γραφικός μεταφραστής της ΦΕΝΤΕΜ… Όλοι οι ερμηνευτές τόσο καλοκουρδισμένοι, τόσο φυσικοί,
τόσο προσεγμένα κινούμενοι κάνουν ολοζώντανη, σπαρταριστή πράξη το όραμα και
τον σχεδιασμό της σκηνοθέτριας.
Κάθε
Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή.
Λοιποί συντελεστές:
Σκηνικά: Μυρτώ Σταμπούλου
Κοστούμια: Ειρήνη Γεωργακίλα
Μουσική: Διαμαντής Αδαμαντίδης
Κίνηση: Χρυσηίς Λιατζιβίρη
Φώτα: Αλέκος Αναστασίου
Βοηθός σκηνοθέτη: Ανδριάνα Σαράντη
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Trailer: Αχιλλέας Τσούτσης https://www.youtube.com/watch?v=F8rnSaGFenw
Γραφιστική επεξεργασία: Indigo Creative
Επικοινωνία: Μαρίκα Αρβανιτοπούλου | Art Ensemble
Διεύθυνση παραγωγής: Τhe Young Quill
Υπό την
αιγίδα της Πρεσβείας της Τσεχικής Δημοκρατίας στην Ελλάδα
Comments
Post a Comment