LINDA: ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
LINDA
της Penelope
Skinner
Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου
Βραβείο Berwin Lee
Θέατρο «ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ»
Ναυπλίου 12, Κολωνός
Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη, Γιώργος
Χατζηνικολάου
Ερμηνεύουν οι ηθοποιοί: Κατερίνα Λέχου, Άλκης Κούρκουλος
(επί οθόνης), Μιχάλης Μαρκάτης, Νεφέλη Κουρή, Εριέττα Μανούρη, Βασίλης Καζής,
Μαριέλα Δουμπού
Κοστούμια: Μαρία Αναματερού, Μουσική & ηχητικός
σχεδιασμός: Αντώνης Παπακωνσταντίνου, Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Αναλύει η Μαρίνα Αποστόλου την παράσταση της Κυριακής
17 Νοεμβρίου 2024 (στις 18.15 μ.μ.)
Η
ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ |
Ακολουθώντας τα δραματουργικά
πατήματα της φεμινίστριας συμπατριώτισσάς της Κάριλ Τσέρτσιλ, η Βρετανίδα
θεατρική συγγραφέας Πενέλοπε Σκίνερ έρχεται μέσα από το έργο της Linda (2015) να μας μιλήσει για την
πολυσύνθετη και συχνά αδιέξοδη θέση της γυναίκας μέσα στις σύγχρονες
δυτικές κοινωνίες. Τοποθετώντας στο
κέντρο της δράσης την πενηντάχρονη Λίντα Γουάιλντ (=Άγρια που όμως στο τέλος θα
λυγίσει όσο κι αν έχει παλέψει να παραμείνει όρθια), η Σκίνερ προκειμένου να καταδείξει τις πολυάριθμες απαιτήσεις και
προκλήσεις που καλείται να ικανοποιήσει η σύγχρονη γυναίκα, γεννάει με το μυαλό
της και δίνει πνοή με την πένα της σε έξι ακόμα δραματικά πρόσωπα – δορυφόρους της
Λίντα, μέσα από τους οποίους θα καταφανεί ο υψηλός βαθμός δυσκολίας της ζωής
μιας γυναίκας του σήμερα, όπου ό,τι κι αν κάνει δεν είναι ποτέ
αρκετό, πάντα κάπου θα υστερεί, πάντα κάποιος θα της ζητάει κάτι περισσότερο,
θα την κατηγορεί, θα την αμφισβητεί, θα την διαβάλλει, θα την υποσκάπτει, θα
την εξαπατά, θα την χρησιμοποιεί, θα τονίζει τις ελλείψεις της και θα την πιέζει
για να προσφέρει το κάτι παραπάνω διαρκώς. Ο μεγάλος όμως κριτής και τιμωρός της δεν
θα είναι κάποιος από το περιβάλλον της αλλά ο ίδιος ο χρόνος ο οποίος, ανελέητος
ων, θα την σφυροκοπά μέρα με τη μέρα με μανία καθιστώντας την λιγότερο φωτεινή,
λιγότερο θελκτική, όλο και λιγότερο ορατή και αξιοπρόσεκτη.
Η Λίντα Γουάιλντ
(Κατερίνα Λέχου) είναι μια πανέμορφη γυναίκα, μητέρα δύο μεγάλων κοριτσιών [δεν
είναι τυχαίο που η Σκίνερ την βάζει να έχει αναστήσει κορίτσια και αυτό αποδεικνύεται
και από τη σχέση που διατηρεί μαζί τους μα πρωτίστως από τα βιώματα της μεγάλης
της κόρης Άλις, που έχει αποφασίσει να απαρνηθεί κάθε θηλυκότητα και δευτερευόντως
της μικρής της κόρης Μπρίτζετ που θέλει να παίξει αντρικό ρόλο στο θέατρο
αντιτιθέμενη στα στερεότυπα] άρα όχι πια νέα, έγγαμη, με έναν σύζυγο που την
απατά, σκληρά εργαζόμενη ως γενική διευθύντρια σε μεγάλη εταιρεία παραγωγής
καλλυντικών προϊόντων αντιγήρανσης (φυσικά ούτε και αυτό τυχαίο εφόσον η Σκίνερ
έχει επιλέξει να συζητήσει μέσα από το έργο της την εξέλιξη και πορεία της γυναίκας,
συνεπώς το παρουσιαστικό της είναι στοιχείο καθοριστικό για την αποδοχή της ή
μη), κομψή (το κορμί της διατηρείται ακόμη λεπτό γιατί έτσι πρέπει), καλή
νοικοκυρά (την βλέπουμε να φροντίζει για το φαγητό της οικογένειας διαχρονικά),
επιτυχημένη (έχει αποσπάσει βραβεία για τη δουλειά της), προσκολλημένη στο
παρελθόν (νοσταλγεί τα βραβεία αυτά που κέρδισε όμως προ δεκαετίας, τα ανακαλεί
συνεχώς και στηρίζεται πάνω τους για να εξακολουθήσει να αισθάνεται κορυφαία
στον τομέα της), δυναμική και πείσμων (δεν εγκαταλείπει αν δεν εκθέσει στον
Διευθύνοντα Σύμβουλο τις ιδέες της, τις οποίες δεν αλλάζει ποτέ), τολμηρή (δεν διστάζει
να φανεί αθυρόστομη μπροστά στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας), αφελής και
απερίσκεπτη (υπογράφει ελαφρά τη καρδία υπερωρίες υπαλλήλου που την παραπλανά),
αδύναμη και ανθρώπινη (κάνει έρωτα μαζί με πολύ νεότερο υπάλληλο
-χαρακτηρίζεται σεξιστικά αργότερα ως «τεκνατζού»- χάνοντας χωρίς να το έχει
υποψιαστεί την αξιοπρέπειά της μέσα στην εταιρεία), αριβίστρια (δεν παραμένει
απλή δακτυλογράφος όπως άρχισε αλλά προοδεύει σημαντικά κατακτώντας το καλύτερο
γραφείο του κτηρίου με θέα το ποτάμι…), πληγωμένη μητέρα που θέλει να
επανορθώσει έστω και αργά (μαρκάρει στενά την Έιμι σε μια όψιμου ενδιαφέροντος
κίνηση να λυτρώσει την ψυχή της κόρης της που υπήρξε θύμα της Έιμι) και κατά βάθος
μόνη της (η σκηνή που ετοιμάζει πρωινό μα κανένα από τα παιδιά δεν μένει μαζί της
να το απολαύσει, η στιγμή που κοιτάζεται στον καθρέφτη και τρομάζει με την όψη της
καθώς και όταν μαζεύει τα πράγματά της από το γραφείο διότι αποχωρεί οριστικά).
Στον σύγχρονο λαμπερό
κόσμο όπου η δικτατορία της εικόνας επιβάλλεται, μια γυναίκα πρέπει να είναι αποτελεσματική και πλήρης καθ’ όλα. Οφείλει να παντρευτεί έναν καλό σύζυγο
(δικηγόρο ας πούμε όπως η Έιμι), να γίνει μητέρα, να κάνει καριέρα, να επιτύχει,
να κερδίζει χρήματα, να είναι σε θέση να ξεχρεώνει το δικό της σπίτι απ’ όπου
αν χρειαστεί θα διώξει τον σύζυγο που δεν την σέβεται, έχει χρέος να
διατηρείται όμορφη, με περιποιημένα άκρα, χτενισμένη και βαμμένη, αδύνατη, να της
χωράνε τα ρούχα που είχε αγοράσει προ ετών, ανταγωνιστική, να πατάει ακόμα και
επί πτωμάτων με σκοπό την ανέλιξή της, να είναι αρεστή σε όλους, να φιλοδοξεί
να γίνει γιατρός κι ας είναι όμορφη (αιχμηρό σχόλιο εδώ της Σκίνερ για τα
πρότυπα), να μην χρησιμοποιεί υβρεολόγιο, να αντιμετωπίζει τον τρόμο του χρόνου
που την αλλοιώνει και την καθιστά αγνώριστη, να αντέχει τις κρίσεις πανικού που
μοιραία θα πάθει υφιστάμενη τέτοια καταπίεση (όπως η Έιμι). Στο ίδιο αυτό «απαστράπτον»
σύμπαν, η γυναίκα θα έχει εχθρούς τους άντρες που θα την γελοιοποιήσουν
εκθέτοντας τις προσωπικές τους στιγμές, που θα γίνουν αμείλικτοι μαζί της αν
δεν συμφωνούν με εκείνη, που θα την αντικαταστήσουν με κάποια νεότερη επίσης φιλόδοξη
γυναίκα, που θα κοιτάξουν να λάβουν το μέγιστο δυνατό από εκείνη και θα
εξαφανιστούν υπόγεια, που θα την θεωρήσουν δεδομένη και θα απιστήσουν πιστεύοντας
ότι δεν θα γίνει ποτέ γνωστή η πράξη τους. Απέναντί της όμως μια γυναίκα θα
έχει και τις άλλες γυναίκες που διψούν για άνοδο και που θα μετέλθουν κάθε μέσο
για να καταφέρουν τον στόχο τους. Ο παραγκωνισμός, η κάθοδος, η απώλεια
εργασίας, η ηλικία, η αμφισβήτηση, η εγκατάλειψη, η επιτυχία που έχει
ημερομηνία λήξης και έχει μετατραπεί σε μια γλυκιά ανάμνηση θα αποτελέσουν τη
μοίρα και την κατάληξη της γυναίκας για την οποία βγάζει σχεδόν κραυγή
απελπισίας, θυμού και αγωνίας η Σκίνερ.
Στο θέατρο «Επί Κολωνώ» της οδού Ναυπλίου, είδαμε για μια πολλοστή φορά, άλλη μια εξαιρετική παράσταση από τη βασίλισσα του ρεαλισμού, την κ. Ελένη Σκότη. Η επιλογή της να κάνει γνωστό το εν λόγω έργο στο ελληνικό κοινό ήταν εξαίσια μιας που τίποτα δεν έχει βελτιωθεί από τότε που γράφτηκε το κείμενο, αντίθετα η κατάσταση αυτή που περιγράφεται εμμένει και επιδεινώνεται ιδίως εξαιτίας και των σαρκοβόρων social media. Η σκηνοθεσία της ήταν συναρπαστική, πάντα η συγκεκριμένη σκηνοθέτις ξέρει και κερδίζει το κοινό από την εναρκτήρια σκηνή εγείροντας τις αισθήσεις του, οι εναλλαγές των σκηνικών – χώρων δράσης (πότε το καθιστικό του σπιτιού, πότε η κουζίνα, πότε το δωμάτιο των κοριτσιών και πότε ο εργασιακός χώρος) προσωπικά με εντυπωσίασαν, αναρωτήθηκα πώς είναι δομημένα ακριβώς τα σκηνικά και πώς συνδυάζονται, η αισθητική της συνολικά με άφησε κάτι παραπάνω από ικανοποιημένη δεδομένου κιόλας του ότι η Σκότη μας έχει συνηθίσει σε υψηλού επιπέδου δουλειές και κατά συνέπεια οι θεατές που την παρακολουθούν χρόνια προσέρχονται στις παραστάσεις της με αξιώσεις. Την ευχαριστούμε λοιπόν για όλα αυτά που μας προσφέρει!
Κατερίνα Λέχου – Linda: Παρότι η Λέχου έχει διανύσει μια
πολυετή πορεία ως ηθοποιός ερμηνεύοντας σημαντικούς ρόλους (τα χει βγάλει ας πούμε
πέρα περίφημα με την Blanche du Bois), στην περίπτωση της Linda ένιωσα πως ήρθε η ώρα να εκφραστεί εκ
βαθέων καλλιτεχνικά και να εξωτερικεύσει όσα έχει ανάγκη να εκφράσει. Είχε
πάθος, μπρίο, ζωντάνια, άνοιξε την πόρτα να εξέλθει επί σκηνής όλο της το ταλέντο,
δεν την είδα να φείδεται ούτε μια στιγμή της ζωτικότητας αυτής, ούτε στην
παραμικρή της ατάκα. Η Linda είναι ένας ρόλος μεγάλης ερμηνευτικής δυναμικής που πολλές ακόμη
ηθοποιοί παρόμοιας ερμηνευτικής ηλικίας θα θέλανε πολύ να υποδυθούν.
Νεφέλη Κουρή – Άλις:
Η μεγάλη κόρη της Linda, ιδανική μεταμόρφωση στο πληγωμένο εκείνο κορίτσι που φέρει
ες αεί το εφηβικό της τραύμα, δεν έχει ενηλικιωθεί ποτέ, δεν βρίσκει τη λύση
στην κοκεταρία, αυτοτιμωρείται για να αυτοπροστατευθεί, υποφέρει από κατάθλιψη
αλλά και δίνει μια δεύτερη ευκαιρία στον εαυτό της να δραπετεύσει έστω και με
τη βοήθεια του όχι πιο κατάλληλου ατόμου. Άψογη ερμηνεία, εξαιρετική απόδοση
του ρόλου.
Εριέτα Μανούρη –
Έιμι: Η αδίστακτη, όμορφη, γλοιώδης, ψεύτρα και αξιολύπητη κατά βάθος νέα
γυναίκα που η ζωή της δεν είναι παρά μια κούρσα κατάκτησης στόχων πριν είναι
πολύ αργά για εκείνη. Εξαιρετική στον ρόλο της.
Μιχάλης Μαρκάτης – Νιλ ο μουσικός και σύζυγος της Linda, Μαριέλα Δουμπού – Μπρίτζετ η μικρή
κόρη, Βασίλης Καζής – Λουκ ο νεαρός υπάλληλος δήθεν ιδεαλιστής και θιασώτης της
αξίας του σήμερα, Άλκης Κούρκουλος – Ντέιβ ο Διευθύνων Σύμβουλος (από οθόνης μα
ήταν σαν παρών επί σκηνής) υποδύθηκαν ο καθένας τον χαρακτήρα που του ανατέθηκε
ορθά, πειστικά και μετρημένα.
Εξαιρετικές οι ενδυματολογικές
επιλογές της Μαρίας Αναματερού (ειδικά για τη Linda), άριστοι οι φωτισμοί και οι
ηχητικοί σχεδιασμοί που επέτειναν το ενδιαφέρον και την προσοχή των θεατών σχετικά
με την τύχη της Linda.
Σχετικά βίντεο με την παράσταση στο κανάλι του «Επί Κολωνώ» στο youtube: https://www.youtube.com/@EpikolonoTheatre
Comments
Post a Comment