ΔΥΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
ΔΥΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Θέατρο «ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ»
Ιάκχου 19, Γκάζι, Στάση Μετρό
Κεραμεικός
Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνος
Μάρκελλος
Έρευνα: Κωνσταντίνος Μάρκελλος, Ελένη
Στεργίου, Πέτρος Μακρής
Ερμηνεύουν οι: Ανδρέας Νάτσιος, Γιώργος Παπαπαύλου, Ελένη Στεργίου
Διαβάζω ξανά και ξανά τις σημειώσεις
μου, τις ξανακοιτάζω, υπογραμμίζω με μαρκαδόρο τα σημεία που βρίσκω πιο
ενδιαφέροντα (συγκριτικά διότι όλο το κείμενο και όλη η παράσταση παρουσιάζουν
μοναδικό ενδιαφέρον) και δεν μπορώ να αποφασίσω από πού να πιάσω, από πού να
ξεκινήσω για να μιλήσω για αυτή την εκπληκτική παράσταση που για μένα, όταν με
το καλό απονεμηθούν τα διάφορα θεατρικά βραβεία μέσα στο 2025, τόσο του κοινού
όσο και των κριτικών θεάτρου, της αξίζει χωρίς καμιά πρόθεση γενναιοδωρίας προς
τους καλλιτέχνες, να τιμηθεί από κάθε άποψη. Και τη δραματουργική, και τη
σκηνοθετική και την ερμηνευτική! Προσωπικά, λάτρεψα και τα σκηνικά και τα
κοστούμια της Αρετής Μουστάκα το ίδιο.
Έρευνα εκ του σύνεγγυς και εις βάθος, πολιτικό θέατρο, θέατρο ντοκουμέντο αλλά και υπέροχη μυθοπλασία γεμάτη εκπλήξεις και ανθρώπινα συναισθήματα κάθε είδους μέσα από βιώματα και σχέσεις (συγκίνηση, θλίψη, νοσταλγία, απογοήτευση, πόνος, πικρές αναμνήσεις, παρελθόν που πληγώνει ακόμα, φιλία, έρωτας, οικογενειακές συγκρούσεις, αποκτήνωση του ατόμου υπό συνθήκες πίεσης και διαστροφής, ανάγκη για λύτρωση, απορία, αγωνία για την αλήθεια, αγανάκτηση για το ψεύδος, θέληση για ένα πιο έγχρωμο μέλλον) συνθέτουν ένα δραματικό κείμενο που δύσκολα θα συναντήσει κανείς στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Όλα αυτά θα πουν ότι έχουμε να κάνουμε με ένα πρωτότυπο κείμενο, ολόφρεσκο, εξαιρετικά δουλεμένο, που όσο το παρακολουθείς, το απολαμβάνεις και δεν θέλεις να τελειώσει. Παρόλη την εκτενή του διάρκεια (140’ με διάλειμμα), η παράσταση δεν κουράζει καθόλου το κοινό διότι είναι τόσο σφιχτή η πλοκή του και τόσο ερεθιστικά τα δραματικά γεγονότα, έτσι όπως προκύπτουν μέσα από τις σοκαριστικές αποκαλύψεις, που ούτε μια λέξη της σύλληψης του Κωνσταντίνου Μάρκελλου δεν περιττεύει. Πραγματικά, τον θαύμασα και τον ζήλεψα για τη δημιουργία του.
Οι φορείς της δράσης
είναι τρεις: ο Βλαντ (Ανδρέας Νάτσιος), η Αντρία (Ελένη Στεργίου) και ο
Λουτσιάν ή Νικουλάε/Νίκου όπως βλέπουμε πολύ μετά (Γιώργος Παπαπαύλου). Δρουν
τη σημερινή εποχή στο Βουκουρέστι και συνδέονται, ο καθένας με τον δικό του
τρόπο, με το σκοτεινό και αιματηρό πρόσφατο παρελθόν του καθεστώτος Τσαουσέσκου
στη χώρα τους. Παραδόξως όμως (ιδού η μυθοπλασία του Κ.Μ.) οι δρώντες συμπλέκονται
και μεταξύ τους μέσα στον δαιδαλώδη κομμουνιστικό ιστό του ρουμανικού κράτους,
που μπορεί μεν να μην υφίσταται πλέον, οι συνέπειες όμως της απολυταρχίας του
που κράτησε κάτι παραπάνω από τέσσερις δεκαετίες είναι περισσότερο από ορατές
μέχρι και τώρα.
Ο Βλαντ είναι
συνταξιούχος όμως το κράτος του επιτρέπει να εργάζεται τέσσερις ώρες την ημέρα
για να συμπληρώνει τη μικρή του σύνταξη. Έχει χάσει τη σύζυγο και τον γιο του
σε μπαράζ πυροβολισμών τις ημέρες της πτώσης του δικτάτορα ενώ ο ίδιος φέρει
ακόμα μέσα στο σώμα του δύο σφαίρες. Λαμβάνει την απόφαση να ξορκίσει το κακό
που βίωσε αποτυπώνοντας σε βιβλίο όλες τις μνήμες και τα γεγονότα της εποχής
και για αυτό τον σκοπό ανταποκρίνεται στο κάλεσμα του διευθυντή των εκδόσεων «ΚΟΡΙΟΣ»
(έξυπνη επιλογή του ονόματος της εταιρείας και σαρκαστική μαζί) που σκοπεύει να
εκδώσει μια σειρά από βιβλία με τέτοιου είδους μαρτυρίες. Μπορεί όμως να το
κάνει; Ή μήπως έτσι προσβάλλει τη μνήμη των νεκρών του; Όπως ακούγεται στο
έργο, ο θάνατος ανήκει στους νεκρούς, η μνήμη όμως είναι αποκλειστικό κομμάτι
αυτών που έχουν μείνει πίσω και θυμούνται και βασανίζονται… Το πρώτο του
κεφάλαιο είναι ήδη έτοιμο. Ο Λουτσιάν (ο εκδότης) ενθουσιάζεται με το
περιεχόμενό του και ζητά από τον εκκολαπτόμενο συγγραφέα ανατροφοδότηση σε εβδομαδιαία
βάση. Ο πρώτος μονόλογος του Βλαντ – ανάγνωση του πρώτου κεφαλαίου συγκλονίζει
και εισάγει τους θεατές στη νοσηρότητα της εποχής εκείνης και πιο ειδικά των
ημερών της πτώσης του Τσαουσέσκου: Ελεύθεροι σκοπευτές, πρόχειρα χειρουργεία με
παγωμένα τραπέζια, ανοιχτά παράθυρα, ρεύματα του αέρα, ριπές του αέρα, ριπές
από τα όπλα (Τι είναι χειρότερο; Ποιον φόβο επιλέγεις να κρατήσεις από τους δύο
αυτούς;), Χριστούγεννα με πείνα, εξαθλίωση, στερήσεις, τρόφιμα με δελτίο, δύο πορτοκάλια
– δώρο έκπληξη για τις γιορτές, άνθρωποι αιμοδιψείς σαν τον Δράκουλα των θρύλων
της Ρουμανίας, αναμνήσεις από ένα κοντινό χθες…
Η Αντρία είναι μια
νέα γυναίκα, πολιτικός επιστήμονας και διδάσκουσα στο πανεπιστήμιο. Έχει μόλις
πεθάνει η μητέρα της (είναι το 40ημερο μνημόσυνό της όπως ακούμε) ενώ δύο είναι
οι στόχοι που μονοπωλούν στον παρόντα χρόνο το ενδιαφέρον της: να εγκριθεί η
αίτησή της από τη Σύγκλητο για διδασκαλία επιλεγόμενου μαθήματος πάνω
στη Σύγχρονη Ιστορία και να λάβει από την αρμόδια υπηρεσία τον φάκελο –
ντοκουμέντο που αφορά το παρελθόν της οικογένειάς της. Δύο αιτήματα λοιπόν που
περιμένουν να ικανοποιηθούν και όταν αυτό συμβεί, θα αλλάξει αν όχι η ζωή της ριζικά,
σίγουρα η ψυχολογία της. Διατηρεί σχέση με τον Λουτσιάν, ζητάει κατανόηση και
ενσυναίσθηση από εκείνον ενώ ανακαλύπτοντας συμπτωματικά σημαντικές πληροφορίες
για εκείνον που ούτε καν υποψιαζόταν, θα αντιδράσει με θυμό και θα απομακρυνθεί
για να μπορέσει να διαχειριστεί τη δική της αλήθεια. Η παράνοια του καθεστώτος
Τσαουσέσκου και οι μηχανορραφίες των στελεχών του δεν περιορίζονταν στις παρακολουθήσεις
των πολιτών απλά και στις στερήσεις βασικών αγαθών αλλά επεκτείνονταν μέσω του
εκβιασμού πάντα και σε έτερες δράσεις διεστραμμένες και αυταρχικές ανάλογα με
το συμφέρον τους και την ανάγκη που επέβαλλε η εκάστοτε περίσταση για προσαρμογή
και επιβίωση καθώς και για διατήρηση της καλής θέσης τους στην αρρωστημένη κοινωνία της
εποχής.
Ο Λουτσιάν, που φιλοδοξούσε νεότερος την ιδιότητα του συγγραφέα αλλά κατέληξε στην εν μέρει ικανοποίηση του ονείρου
αυτού ως εκδότης, μοιάζει αρχικά και για αρκετή ώρα να είναι ίσως ο
ευτυχισμένος, κατά μία έννοια, δραματικός χαρακτήρας του έργου. Εργάζεται
αρκετά, δείχνει μάλλον επιτυχημένος επαγγελματικά, διατηρεί σχέση με μια
αξιόλογη γυναίκα, την συμβουλεύει μάλιστα να μην σκαλίζει το παρελθόν για να
μην πληγωθεί ενώ εγκαινιάζει και μια καινούργια συνεργασία με τον Βλαντ. Είναι
καλοντυμένος, ευειδής, έχει χιούμορ, είναι ορθολογιστής και τίποτα δεν μαρτυρά
πως όσα κρύβει πίσω του και μέσα του ξεπερνούν κατά πολύ τα όσα έχουν ζήσει τα
άλλα δύο πρόσωπα που τον περιβάλλουν. Είναι, για εμένα, πιο τραυματισμένος και
από τον Βλαντ που δέχθηκε επτά ολόκληρες σφαίρες και έχασε και τα δύο μέλη της οικογένειάς
του, όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα. Όταν διαπιστώνει, μέσα από το δεύτερο πια
κεφάλαιο του βιβλίου του Βλαντ, ποια είναι η σχέση του μαζί του και το αδικοχαμένο
του παιδί τον Ισαάκ και δη την ημέρα της κηδείας του πατέρα του, καταρρέει και
μαζί του ταράζεται και το κοινό… Ένα σήκωμα της μπλούζας του και μια επίδειξη της
μέσης του στον φτωχό Βλαντ θα επισφραγίσουν τη σχεδόν «συγγενική» τολμώ να πω
σχέση ανάμεσά τους. Τα παιδικά του τραύματα, η αθλιότητα των πρακτόρων γονιών
του, η απώλεια του μοναδικού και πολυαγαπημένου του φίλου Λουτσιάν που
απανθρακώθηκε με τους δικούς του γονείς να εμπλέκονται στο
συμβάν, η ντροπή του που είχε να πίνει όσα πορτοκάλια ήθελε καθημερινά, που διάβαζε
στο φως και είχε καλά ρούχα πάντα ενώ οι συμμαθητές του φυτοζωούσαν από κάθε
άποψη, τα δυο του νεφρά που αντικαταστάθηκαν ανήμερα τα Χριστούγεννα του 1989
οπότε και δολοφονήθηκαν εν ψυχρώ και δημοσίως ο δικτάτορας και η γυναίκα του, πλημμυρίζουν
την ψυχή του που δεν έχει ακόμα ενηλικιωθεί, καθαρίσει και ηρεμήσει. Και για
γίνει αυτό έχει έρθει η στιγμή να γράψει και εκείνος εκπληρώνοντας έτσι το
μεγάλο του όνειρο και βρίσκοντας επιτέλους την οδό της απόδρασης από όσα τον
κατατρύχουν.
Προσωπικά, είχα την
ευκαιρία προ ετών να επισκεφτώ το Βουκουρέστι και το Παλάτι του Λαού
μαθαίνοντας από την ξεναγό πληροφορίες για τον αυταρχισμό και την αυθαιρεσία
του ζεύγους που υπέταξε όλο τον ρουμανικό λαό από τότε που ανήλθε στην εξουσία. Όπως μαθαίνουμε
και στο έργο, προκειμένου να οικοδομηθεί το Παλάτι του Τσαουσέσκου χρειάστηκε
να ισοπεδωθεί το ¼ της τότε πόλης του Βουκουρεστίου! Αυτό και μόνο είναι
ενδεικτικό της αλαζονείας των κυβερνώντων. Φτώχεια, πείνα, ουρές μέσα στο χιόνι
για τις βασικές προμήθειες, δυσεύρετα καύσιμα, τρεις τηλεφωνικές γραμμές μόνο για όλη τη χώρα (!)
για παραγγελίες κατ’ οίκον και αποφυγή, υποτίθεται, των αναμονών, αυτοκίνητα Dacia της εγχώριας παραγωγής που
παραδίδονταν έξι χρόνια μετά την παραγγελία τους, φόβος, υποκρισία,
μυστικοπάθεια μαύρη αγορά, ασφαλίτες παντού (1 για κάθε 11 πολίτες!),
παρακολουθήσεις, γιατροί που επέβλεπαν τις εργάτριες στα εργοστάσια μην
συλλάβουν παιδί, παράνομες υιοθεσίες, ένοικοι από την επαρχία σε σπίτια της πρωτεύουσας
που επιτάχτηκαν για να τους φιλοξενήσουν και μετά κατά συνέπεια διεκδικήθηκαν
από αυτούς δικαστικά, κτήρια που καταμαρτυρούσαν την επιβολή του καθεστώτος και
ξεπηδούσαν επιβλητικά μετά από μια καλή ευκαιρία όπως για παράδειγμα ένας σεισμός,
ανθρωποκτονίες που ξεπερνούσαν κάθε όριο… Όλα αυτά δεν είναι παρά μια μια περίληψη των
βασανιστικών χρόνων που πέρασαν οι Ρουμάνοι στον Ψυχρό Πόλεμο.
Υπάρχουν στιγμές και
σημεία μέσα στο κείμενο του Μάρκελλου που ανατριχιάζουν τους θεατές και
προσωπικά τις εντοπίζω στα μονολογικά μέρη και/ή τιράντες των δύο αντρικών
προσώπων, κυρίως του Λουτσιάν. Όταν ο Βλαντ μιλάει για τις δύο σφαίρες που «ιδιοποιήθηκαν»
το κορμί του, όταν περιγράφει το πώς τραυματίστηκε το αγόρι του και το στήθος
του έγινε «πορφυρό», όταν χαρακτηρίζει τους νεκρούς του πιο ζωντανούς από τον
ίδιο, όταν συζητάει με τον Λουτσιάν για τον έρωτα που μοιάζει με πόλεμο με
απώλειες (μικρές ή μεγάλες, το ίδιο κάνει σύμφωνα με τον εκδότη), όταν ο
Λουτσιάν αφηγείται με τα πιο μελανά χρώματα τον θάνατο του παιδικού του φίλου,
αυτής της παράπλευρης απώλειας… όπως τον ονομάζουν οι γονείς του και θύτες (!)
του άτυχου παιδιού… («Παράπλευρες θα πει από το πλευρό μου…»).
Αρκεί άραγε μια συγγνώμη για να σβηστεί ένα βαρύ παρελθόν αν όχι όμως, ως πότε θα σέρνει κάποιος το άρμα του γεμάτου εφιάλτες παρελθόντος;
Ο Γιώργος Παπαπαύλου
είναι ένας πολύ άξιος και ταλαντούχος ηθοποιός που μέχρι χθες δεν γνώριζα, δυστυχώς
δεν είχα ξαναδεί στο θέατρο. Είναι απίστευτος ερμηνευτής, καθηλωτικός, με
εξέπληξε, ο μονόλογός του (και όχι μόνο) μου εντυπώθηκε και θα τον θυμάμαι για
καιρό. Έδωσε το 1000% του εαυτού του.
Ο Ανδρέας Νάτσιος
είναι ένας ομολογουμένως πολύπειρος ηθοποιός που έπαιξε άριστα τον Βλαντ,
συγκλόνισε το κοινό, το ταξίδεψε πίσω στη μιζέρια και την απαθλίωση της Ρουμανίας,
δίδαξε ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε βρίσκοντας συνάμα, έστω και με δυσκολία,
τρόπους να προχωράμε μπροστά.
Η Ελένη Στεργίου, που
την έχω ξαναδεί επί σκηνής στα Ορφανά στο Μικρό Γκλόρια, έχει ωριμάσει
πολύ σαν ηθοποιός και υπήρξε πολύ πειστική στον ρόλο της Αντρία που θεωρώ ότι της
ταίριαξε γάντι.
Σε μια μικρή σχετικά
σκηνή, είδαμε πέντε στην ουσία διαφορετικά περιβάλλοντα δράσης: το γραφείο του
εκδότη, το σπίτι του όπου συζεί με την Αντρία, τον δρόμο πρωτίστως με το παγκάκι
και τον στύλο φωτός στον δρόμο όπου απαντώνται συγγραφέας και εκδότης, πιο
πέρα, ανέλπιστα, το γραφείο του Βλαντ όπου παραδίδει τους φακέλους στους συγγενείς
ενώ η πλατεία «μεταμορφώθηκε» και σε αμφιθέατρο με φοιτητές που διδάσκει η
Αντρία (πολύ ευφυές αυτό εκ μέρους του δραματουργού – σκηνοθέτη). Συχνά, η
μετάβαση από τη μία σκηνή στην άλλη ασκούσε γοητεία στους θεατές που περίμεναν
να δουν την εξέλιξη, κάτι στο οποίο συνέβαλαν σημαντικά και οι κατάλληλοι
φωτισμοί καθώς ενίοτε και οι φωνές με αντίλαλο.
ΕΥΓΕ!
Κάθε Τετάρτη στις 20.00 και Πέμπτη στις 21.00
Λοιποί Συντελεστές:
Στον ρόλο της Ιρίνα, ακούγεται η φωνή της Τζένης Σκαρλάτου.
Φιλική συμμετοχή στο ρόλο της φοιτήτριας η Σοφία Φαρασοπούλου.
Σκηνικά-Κοστούμια: Αρετή Μουστάκα
Σχεδιασμός Φωτισμών: Αργύρης Θέος
Φωτογραφίες-Αφίσα: Valeria Isaeva
Βίντεο-Trailer: Πέτρος Μακρής
Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Ανζελίκα Καψαμπέλη
Comments
Post a Comment