ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ: Ο ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ
ΕΙΔΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ Ο ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ ένα έργο της Φώφης Τρέζου σε σκηνοθεσία της Ζωής Ξανθοπούλου
Η
ΤΥΡΑΝΝΙΑ ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ
Αλήθεια,
ποιος είναι ο προορισμός του αρχιτέκτονα; Τι δουλειά κάνει ο αρχιτέκτονας; Τι
είναι «ωραίο»;
Ένα ζευγάρι, συγκεκριμένα η
κοπέλα του ζευγαριού, προσλαμβάνει τον καλύτερο αρχιτέκτονα για το νέο του
σπίτι. Εκείνος θα επιμεληθεί τόσο τη διαρρύθμιση του χώρου όσο και τη
διακόσμηση. Η άποψή του είναι επιβεβλημένη και απόλυτη τόσο σε σημείο που το
ζευγάρι δεν θα είναι σε θέση να κατοικήσει το οίκημα. Ποιος θα έχει τον
τελευταίο λόγο και ποιος θα επιβιώσει από την πάλη αυτή;
Μια απρόσμενη παράσταση με ένα
δραματικό κείμενο εντελώς διαφορετικό από τα συνηθισμένα τόσο ως προς τη
θεματική όσο και ως προς την αισθητική μας καλεί να παρακολουθήσουμε ο Γιώργος
Παπαπαύλου, ο οποίος κρατάει τον ομώνυμο ρόλο.
Ένα σκοτεινό σκηνικό, εντελώς
λιτό, σχεδόν χωρίς σκηνικά, με τους τρεις χαρακτήρες επίσης ομοιόμορφα μαυροφορεμένους.
Ο Αρχιτέκτων εισέρχεται στη σκηνή
κατόπιν μιας ενδιαφέρουσας παρατεταμένης σχετικά εισαγωγής με την αριστερή από
την πλατεία πόρτα να ανοίγει και να ξεπροβάλλει ξηρός πάγος σε συνδυασμό με ένα
υπέροχο, μυστηριακό μουσικό θέμα. Κρατάει στην αγκαλιά του ευλαβικά ένα βιβλίο
(μάλλον) αρχιτεκτονικής και μέσα από κει αναγιγνώσκει στο κοινό τους ορισμούς
της αρχιτεκτονικής ως επιστήμης και του αρχιτεκτονικού ρυθμού. Δίδονται επίσης
πληροφορίες για τη συγγραφέα του και την εποχή όπου γράφτηκε το έργο με αναφορά
στο όνομα του σπουδαίου αρχιτέκτονα της εποχής εκείνης Άρη Κωνσταντινίδη. Στο
κλείσιμο της εισαγωγής, σημειώνεται ότι η ιστορία είναι πραγματική, γεγονός που
στη διάρκεια της εξέλιξης των γεγονότων καθώς και στο τέλος με την αποχώρηση θα
προβληματίσει τους θεατές, αναμφισβήτητα.
Το έργο στο σύνολό του είναι ένα
ερέθισμα δυνατό που ενεργοποιεί τη σκέψη.
Για μένα, Ο ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ είναι ένα έργο καθαρά πολιτικό καθότι αλληγορικό. Μέσα
του και πάνω του, δεν αναγνώρισα ένα κείμενο κωμικό παρά μάλλον τραγικό με
στοιχεία σατυρικά μόνο, που σποραδικά το κάνανε πιο ανάλαφρο (όπως για
παράδειγμα ένα με δύο σεξουαλικά υπονοούμενα που συγκράτησα). Ενδεχομένως, τις
στιγμές εκείνες να υπήρξε και η δραματουργική επεξεργασία που αναφέρεται στο
δελτίο τύπου από τον πρωταγωνιστή και τη σκηνοθέτιδα.
Τι σκέψεις μού γέννησε Ο ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ:
Όπως ενημερωνόμαστε στην
εισαγωγή, το έργο γράφτηκε από τη Φώφη Τρέζου το 1962. Ήτοι στην καρδιά του
Ψυχρού Πολέμου με την Ελλάδα να συντάσσεται στην πλευρά της Δύσης και το έδαφος
να καλλιεργείται ολοταχώς προς την επιβολή της δικτατορίας του 1967. Ένιωσα ότι
Ο ΑΡΧΙΤΕΚΤΩΝ συνιστά έναν προάγγελο
της μαύρης αυτής επταετίας. Το επάγγελμα του αρχιτέκτονα που σχεδιάζει έναν
χώρο, τον διαμορφώνει και τον διακοσμεί κατάλληλα με βάση τις γνώσεις και την
εμπειρία του εξυπηρέτησε πιθανότητα τη δραματουργό ως προς την απόδοση και προσωποποίηση
της ίδιας της απολυταρχίας και του τρόπου που αυτή επιβάλλεται και κυριαρχεί,
τρομοκρατεί και αφανίζει.
Μήπως όμως εμείς οι ίδιοι
ανοίγουμε οικειοθελώς έστω και ανυποψίαστοι την πόρτα στον δυνάστη μας; Όπως
προείπα, η γυναίκα είναι εκείνη που αναθέτει το σπίτι στον αρχιτέκτονα, τον
καλύτερο, τον πιο ικανό, τον τόσο σαγηνευτικό. Είναι εξουσιαστικός, δείχνει να
κατέχει την απόλυτη, αξεπέραστη γνώση, επεμβαίνει στο καθετί, δεν
συνδιαλέγεται, δεν είναι διαλλακτικός. Η δική του αισθητική είναι η άψογη, η
μία και μοναδική: δεν επιδέχεται αμφισβήτηση. Το ζεύγος δεν έχει κανέναν λόγο
στο ίδιο του το σπίτι. Ο κίτρινος καναπές δεν έχει καμιά θέση στο σπίτι, μήτε ο
μπουφές, ένας χώρος πρέπει να μείνει εντελώς αδειανός, το ζευγάρι δεν χωράει
εύκολα στο ασανσέρ, το φιλί δεν επιτρέπεται ειδικά στο κέντρο του δωματίου ενώ
το ότι υπάρχει σωτηρία μέσω της ταράτσας και ότι το ψέμα – δικαιολογία θα γίνει
πιστευτό από τον δαιμόνιο αρχιτέκτονα που πλέον μοιάζει με τον Μεγάλο Αδερφό δεν
είναι παρά ψευδαισθήσεις που καταρρέουν γρήγορα. Ο Αρχιτέκτων δεν είναι απλά
μια φαντασματική παρουσία αλλά ένας διαρκής επόπτης που κόβει κάθε ελευθερία,
δικαίωμα και πρωτοβουλία.
Με το πρόσχημα και τη βιτρίνα της
ομορφιάς και της χρηστικότητας αυτής (αλλιώς δεν υπάρχει νόημα) ο Αρχιτέκτων
ειρωνεύεται και προσβάλλει το ζευγάρι ως άτομα αδαή και άσχετα με το
αντικείμενο της δουλειάς του. Άλλος ένας τρόπος να επιβάλει τη δική του οπτική.
Οι αγελάδες δεν φέρουν άποψη για την αρχιτεκτονική του στάβλου όπου ζουν διότι
δεν έχουν φωνή ενώ αν υποθετικά είχαν, θα ήταν άχρηστες (συνεπώς πρέπει μόνο να
παράγουν και όχι να επηρεάζουν τον χώρο με τον νου τους). Η επιστήμη της
αρχιτεκτονικής έρχεται να συναντηθεί με τη δύναμη του λόγου οπότε «οι λέξεις
δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται με ανευθυνότητα». Τα χρώματα έχουν εξουσία, κάθε
άνθρωπος είναι και ένα χρώμα, η πρωτοτυπία αγγίζει τη διαστροφή και οδηγεί σε
έλλειψη λειτουργικότητας τελικά (βλέπε την τουαλέτα – ποδήλατο!), το ζευγάρι
οφείλει να γονατίσει (όχι τυχαία στάση σώματος…) για να διακρίνει ό,τι τους υπο/καταδεικνύει
ο μηχανικός, η αμάθεια είναι πρόβλημα για εκείνον που νιώθει μια μόνιμη υπεροχή
απέναντί τους και το σπίτι δεν είναι απλά ένα κτήριο αλλά μια ξέχωρη οντότητα
που «ξεπερνάει και το θαύμα της ζωής…»
Οι άνθρωποι δεν έχουν το δικαίωμα
στην αλλαγή, να παχύνουν, να τεκνοποιήσουν, να μεταβληθούν μολονότι όλα αυτά
είναι εντελώς φυσιολογικά. Κι αυτό επειδή «κάθε μικρή μετατόπιση τραβάει μαζί
της ολόκληρο τον κόσμο…». Ο Αρχιτέκτων δεν δέχεται επουδενί τις αλλαγές,
αρρωσταίνει, νιώθει υπέρμετρα κουρασμένος, αισθάνεται ότι οι πελάτες του, τα
κατώτερα προφανώς αυτά πλάσματα είναι αχάριστα… Διότι αυτός είναι «ο Προμηθέας
που φέρει την ομορφιά ενώ εκείνοι του πετάνε σκατ… στάχτες…» Και μέσα στο
άρρωστο, παρανοϊκό μυαλό του στροβιλίζεται η σκέψη ότι σίγουρα θα υφίσταται το
ιδανικό ζευγάρι που θα φέρει τα τέλεια για εκείνον χαρακτηριστικά και θα
«χωράει» στο σπίτι που έχει αυτός δημιουργήσει.
Το τέλος είναι αναπόδραστο με
τους ανθρώπους να βρίσκουν τραγική κατάληξη από το χέρι του Αρχιτέκτονα και τον
τελευταίο να μένει μόνος και δυστυχισμένος μέχρι να χαθεί και ο ίδιος αφού «στο
τέλος μένουν μόνο οι τοίχοι».
Ο Γιώργος Παπαπαύλου είναι ένας καλλιτέχνης
με πάθος, πολύ συνεπής και εξαιρετικά υπεύθυνος ως προς αυτό που αναλαμβάνει.
Είναι πραγματικά επαγγελματίας όχι με τη στυγνή έννοια του τυπικού, σωστού
διεκπεραιωτή αλλά του καλλιτέχνη που σέβεται το κοινό του. Και το λέω αυτό από
καρδιάς, είναι από τους λίγους ηθοποιούς που δεν παίζουν απλώς καλά αλλά
επικοινωνούν, είναι σε διαρκή διάλογο και επαφή με το κοινό που παρακολουθεί
από κάτω ιδίως τις στιγμές που εκείνος παραμένει σιωπηλός! Για παράδειγμα, στην
εν λόγω παράσταση, «συνομιλεί» με τους θεατές όσο ευρίσκεται μυστικά πίσω από
την πλάτη του ζευγαριού που κάνει όνειρα για διέξοδο στην ταράτσα…
Μου άρεσε επίσης η νεαρή ηθοποιός
Μαρίνα Φλωροπούλου που υποδύθηκε τη γυναίκα. Είναι πολύ εκφραστική και μπόρεσε
με την ερμηνεία της να ενσαρκώσει το πρόσωπο που δεν ακούει απλά αλλά γοητεύεται
και υποτάσσεται θέλοντας και μη ενώ φυσικά φοβάται και τρέμει την εξουσία του
Αρχιτέκτονα.
Δίπλα της, ο ηθοποιός Θεόφιλος
Μακρής ως ο μετριοπαθής σύζυγος που θα βιώσει μαζί με τη γυναίκα του τη φρίκη
της καταπίεσης και του ανελέητου κυνηγητού μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.
Τα σημεία που ξεχωρίζουν στην
παράσταση:
· Σαφώς η
πρωτότυπη μουσική
· Η κίνηση
των τριών ηθοποιών γενικότερα και όχι μόνο στις χορογραφίες τους
· Το
παιχνίδι με το σκοτάδι και τη χρήση του φακού, άριστα δέκα παίρνει εκεί η
σκηνοθεσία
· Η
διαχείριση ενός κειμένου ιδιαίτερων απαιτήσεων
Στο BLACK BOX του θεάτρου 104 του
Κεραμεικού, για λίγες παραστάσεις κάθε Σάββατο στις 9 μμ και Κυριακή στις 7 μμ.
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:
Σκηνοθεσία: Ζωή Ξανθοπούλου
Δραματουργική επεξεργασία: Ζωή
Ξανθοπούλου-Γιώργος Παπαπαύλου
Παίζουν: Γιώργος Παπαπαύλου,
Θεόφιλος Μακρής, Μαρίνα Φλωροπούλου
Κίνηση: Μαρίζα Τσίγκα
Σκηνικά-Κοστούμια: Γιώργος
Λυντζέρης
Πρωτότυπη Μουσική/ Ενορχήστρωση:
Γιώργος Ατσικνούδας
Φωτισμοί: Κατερίνα Σαλταούρα
Υπεύθυνη Επικοινωνίας: Μαρίκα
Αρβανιτοπούλου | Art Ensemble
Παραγωγή: ΑΜΚΕ - ATHENIAN
CULTURAL ASSOCIATION
Οργάνωση/Διεύθυνση παραγωγής:
Αλέξανδρος Αποστολάκης



Comments
Post a Comment